Μενού Κλείσιμο

Πέραν αυτών, η ύπαρξη του Ζευς, του πατέρα των θεών, που έχει μια υπεροχή έναντι των άλλων θεών, δυναμώνει την ιδέα του μονοθεϊσμού. Μάλιστα έλεγαν χαρακτηριστικά ότι ο Δίας, ο Ζευς, είναι ο αέρας, ο ουρανός, η γη και τα πάντα και όσα είναι πάνω από τα πάντα. Σύμφωνα λοιπόν με την ελληνική μυθολογία, ο Ζευς είναι ένα άλλο θείον βρέφος που γεννιέται μέσα σε μια νύχτα σε μια σπηλιά του όρους Δίκτη της Κρήτης. Στη σπηλιά αυτή σημαντικό ρόλο στην ανατροφή του έπαιξαν η κατσίκα Αμάλθεια, που έδινε το γάλα της στο θείο βρέφος και από το κέρατό της έβγαιναν κάθε λογής αγαθά και η νύμφη Μέλισσα, η οποία τον ντάντευε και τον φρόντιζε σε ό,τι χρειάζεται, ενώ του έδινε θρεπτικό μέλι για να μεγαλώσει πιο γρήγορα.

Υπάρχει παράλληλα και μια άλλη ιστορία που συνδέεται με το Δία και τη γέννησή του, που λέει ότι σαν βρέφος δεχόταν προσφορές και ενδιαφέρον παρουσιάζει το δώρο της Μικρασιάτικης θεάς Αδράστειας. Η Αδράστεια προσφέρει στον Δία μια χρυσή κούνια και μια χρυσή σφαίρα που συμβολίζουν και προδικάζουν τη μελλοντική κυριαρχία του νεογέννητου. Σύμφωνα λοιπόν με τα κείμενα της Ελληνιστικής εποχής, κάθε χρόνο την ημέρα των γενεθλίων του Διός, μια μεγάλη υπέρλαμπρη φλόγα προέβαλλε μέσα από τη σπηλιά που γεννήθηκε.

Περί το τέλος Ιουλίου, δηλαδή τον πρώτο μήνα του αττικού έτους, ο χρόνος άλλαζε κατά πρώτο φεγγάρι, τα λεγόμενα νουμηνία. Τότε οι Αθηναίοι πάντα γιόρταζαν αυτή την ημέρα ως την απαρχή του θρησκευτικού τους έτους. Πολλοί Αθηναίοι επίσης γιόρταζαν την αρχή του πολιτικού έτους που συνέβαινε περί τα τέλη Οκτωβρίου. Η γιορτή αυτή λεγόταν τα πυανόψια και ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα, αλλά και στην Αθηνά και τις Ώρες. Περιείχε μεγάλη ποικιλία λατρειών και η γιορτή κορυφωνόταν της εποχή της άροσης και της νέας σποράς για να ευχαριστήσουν τους θεούς για τα αγαθά που τους προσέφεραν στο χρόνο που έφυγε, αλλά και για να εξασφαλίσουν γονιμότητα και ευφορία για το νέο χρόνο που έρχεται.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν αυτού του εορτασμού παίδες αμφιθαλείας που ευτύχησαν να έχουν και τους 2 γονείς στη ζωή, μετέφεραν σε μια πανηγυρική πομπή καρπούς, φρούτα και κυρίως την ειρεσιώνη, μια ας πούμε ανθοδέσμη από κλαδιά ελιάς και δάφνης τυλιγμένα με κόκκινα και άσπρα νήματα. Τα κόκκινα και τα άσπρα νήματα επιλέγονταν για την αποφυγή του «κακού ματιού», όπως φτιάχνουμε σήμερα αντίστοιχα κάθε πρώτη του Μάρτη τα λεγόμενα μαρτάκια, τα οποία ουσιαστικά είναι κόκκινα και άσπρα νήματα όπως αυτά των Αρχαίων Ελλήνων.

Αυτοί λοιπόν οι νεανικοί θίασοι τραγουδούσαν ύμνους με ευχές και μετέφεραν αυτά τα σύμβολα της ευφορίας από σπίτι σε σπίτι. Κρεμούσαν κλαδιά ελιάς στις εισόδους των σπιτιών και λάμβαναν το σχετικό φιλοδώρημα από τους νοικοκυραίους, ουσιαστικά δηλαδή ο πρόδρομος των Καλάντων. Επίσης, είχαν και το σπάσιμο του ροδιού στην είσοδο του σπιτιού, την πρώτη μέρα του Σεπτεμβρίου, που με το σκόρπισμα των σπόρων ήθελαν να φέρουν ευφορία, γονιμότητα και ευγονία στο σπίτι. Στην γιορτή της ειρεσιώνης υπήρξε και το μοίρασμα των γουριών. Οπώς σήμερα έτσι και τότε το γούρι ήταν ένα ματάκι.

Στην αρχαιότητα υπήρχαν και τα περίφημα σατουρνάλια. Τα σατουρνάλια είναι συνέχεια αρχαίας ελληνική εορτής και είναι λατινική ερμηνεία των Κρονίων. Ο Κρόνος, ο πατέρας των ολύμπιων θεών που ήταν μια πολύ σπουδαία θεότητα, λατρευόταν στην περιοχή του Ιλισσού στην Αθήνα, κάτω από το σημερινό ναό του Ολυμπίου Διός. Λατρευόταν εκεί μαζί με την Ρέα.

Την γιορτή αυτή σύμφωνα με το μύθο την είχε καθιερώσει ο ιδρυτής της πόλεως των Αθηνών, ο Κέκροπας και όπως και σήμερα στην γιορτή της Πρωτοχρονιάς, έδιναν μεγάλη σημασία στο καλό «ποδαρικό», δηλαδή φρόντιζαν να είναι ένας παίδας αμφιθαλής αυτός που θα κάνει ποδαρικό στο σπίτικαι να είναι αγαθόπους.

Να σημειωθεί επίσης ότι τα Κρόνια τα γιόρταζαν ως ανάμνηση της παράδοσης κατά την οποία στην αρχή των χρόνων ο Κρόνος μοιράστηκε με τον Ήλιο την εξουσία πάνω στη Γη και έτσι επικράτησε μεταγενέστερα η αντίληψη ότι η βασιλεία του Κρόνου αντιπροσωπεύει τη χρυσή εποχή, την επόχη της ειρήνης, της αφθονίας και της ευδαιμονίας.

Την ρωμαϊκή εποχή, σε όλη την ρωμαϊκή επικράτεια τις μέρες που γιόρτζαν τα Κρόνια, τα σχολεία αργούσαν, οι άνθρωποι διέκοπταν τις πολεμικές επιχειρήσεις, τους δικαστικούς αγώνες, αμνήστευαν κατάδικους και απελευθέρωναν δούλους. Μέσα στις εορταστικές ημέρες υπήρξε μια πολύ περίεργη γιορτή κατά την οποία οι δούλοι απολάμβαναν μονοήμερη ισότητα με τους κυρίους τους, στην οποία μάλιστα οι κύριοι πρόσφεραν υπηρεσίες στους δούλους τους.

Κατά την διάρκεια των σατουρναλιών οι φίλοι και οι συγγενείς αντάλλασσαν δώρα μεταξύ τους και έπαιζαν τυχερά παιχνίδια. Σε αυτές τις γιορτές οφείλει λοιπόν και η χαρτοπαιξία την Πρωτοχρονιά.

Όσο αφορά τα Φώτα, οφείλουν την καταγωγή τους στα πλυντήρια της αρχαιότητας. Πλυντήρια έλεγαν οι Αθηναίοι μια μεγάλη γιορτή κατά την οποία κουβαλούσαν το ιερό ξόανο, το ξύλινο άγαλμα της θεάς Αθηνα, το διιπετές, στο Φαληρικό όρμο και το βύθιζαν στα νερά του Σαρωνικού για να ανακτήσει πάλι την αξία του, τη σπουδαιότητά του και να καθαρθεί. Το έφερναν μετά πάλι πίσω και το έστηναν στη θέση του.

Τα αρχαία πλυντήρια λοιπόν είναι ουσιαστικά τα Θεοφάνεια που συνδέονται με την κάθαρση των αντικειμένων, αλλά και με την κάθαρση της θαλάσσης. Παράλληλα, υπάρχει και η χαρά ότι φεύγουν οι καλικάντζαροι, οι οποίοι είναι πλάσματα της φαντασίας του ελληνικού λαού, απομεινάρια στην ουσία αρχαίων δοξασιών.

Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι εορτασμοί ήσαν ιδιαίτερα προνόμια-απολαύσεις που προσέφερε η πολιτεία στους πολίτες της. Μάλιστα φρόντιζαν κάθε μήνας να έχει και μια σπουδαία γιορτή. Τόσο πολύ τους ενδιέφεραν αυτές οι γιορτές που ο Περικλής κάνει ιδιαίτερη αναφορά στον Επιτάφιο λόγο του.

Ο Περικλής πίστευε ότι η Αθήνα και οι πολίτες της ήταν ιδιαιτέρως προνομιούχοι που έχαιραν αυτής της απόλαυσης, δηλαδή να έχουν πολύ συχνά σπουδαίες γιορτές και να εκτονώνονται, καθώς κάθε εορτασμός είχε μουσική, χορό, συμπόσια και θερμή ανθρώπινη επικοινωνία.

Με τον καιρό οι γιορτές αυτές της αρχαίας εθνικής θρησκείας, και με την επικράτηση του Χριστιανισμού, φόρεσαν έναν χριστιανικό μανδύα. Οι Έλληνες διατήρησαν τις συμβολικές επετείους με χριστιανικές πλέον ονομασίες. Άλλωστε οι γιορτές αυτές από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας δείχνουν πόσο πανανθρώπινες και διαχρονικές είναι. Στις γιορτές αυτές δεν περιλαμβάνονται μόνον τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια, αλλά και η αποκριά, τα ψυχοσάββατα, ο θάνατος και η Ανάσταση του Θεού.

Ερχόμαστε λοιπόν στην Θεία Γέννηση, που είναι το πρώτο σημαντικό θέμα και ίσως η σπουδαιότερη των εορτών. Το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή στις 22 Δεκέμβρη όπου είναι η μικρότερη μέρα του έτους, δίνει την σκυτάλη στις 23 Δεκέμβρη που το σκοτάδι ξεκινάει και γίνεται λιγότερο και η μέρα ξεκινάει πάλι να μεγαλώνει. Οι Άρχαιοι Έλληνες ερμήνευαν αυτό το γεγονός με την επιστροφή του Θεού Ήλιου στη Γη με την επιστροφή του φωτός. Ερμήνευαν λοιπόν αυτό το φαινόμενο ως την αναγέννηση του ήλιου, γι’ αυτό και καθιέρωσαν την επέτειο της γέννησης του Θεού του Ήλιου, ως μέρα γέννησης του Θείου βρέφους, όπως το φώς – ο ήλιος – ανατέλλει μέσα από το έρεβος και τα βάθη του σκότους. Συμβολικά σε όλους τους λαούς της Γης, αντανακλάται ότι σε κάποια σπηλιά, σε κάποια φάτνη το φως έλαμψε.

Στην Αρχαία Ελλάδα συγκεκριμένα το θείο βρέφος αυτό ονομαζόταν Ζευς ή Δίας, δηλαδή Ήλιος Διόνυσος, αλλά και Ορφέας. Εορταζόταν 12 ημέρες μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου, άρα συνέπιπτε με τα Θεοφάνεια.

Τα Χριστούγεννα καθιερώθηκαν στην έκκλησία της Ρώμης αρχικά από τον Πάπα Ιούλιο και συνέχεια από τον Ιωάννη το Χρυσόστομο στην εκκλησία της Ανατολής. Καθιερώνεται λοιπόν να εορτάζεται η μητρόπολις των εορτών, αμέσως μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, όταν αρχίσει να μεγαλώνει η μέρα. Οι υπολογισμοί βασίστηκαν κυρίως στη φράση του Ιωάννη του Πρόδρομου, με αναφορά στο Χριστό που λέει κάποια στιγμή στο Ευαγγέλιο του: Αυξάνειν εμέ δε ελαττούσθαι. Κατά συνέπεια η γέννηση του Θεανθρώπου τοποθετήθηκε εκεί που αρχίζει η αύξηση των λεπτών της διάρκειας της ημέρας και συμπίπτει ακριβώς με την αναγέννηση του Ήλιου.

Η γέννηση του Χριστού φέρνει στη μνήμη μια πολύ παλιά ιστορία, πέραν του ζωοδότου Ήλιου, του Ορφέως, του Διονύσου και του Αδώνιδος, των σπουδαίων αυτών θεών των Αρχαίων Ελλήνων που γεννώνται και πεθαίνουν και πάλι αναγεννώνται, και συμβολίζουν τον κύκλο της ζωής.

ΠΗΓΕΣ:

Άρτεμις Σκουμπουρδή, ξεναγός, συγγραφέας. Συνέντευξη στη LiF0.