Στο παρόν βίντεο θα εστιάσουμε στην ανατροφή και την εκπαίδευση των παιδιών στην κλασική Αθήνα, στο απόγειο της δόξας της κατά τον 5ο, τον «Χρυσό Αιώνα», προ Χριστού.
Όταν γεννιόταν ένα αγόρι κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού ένα κλαδί ελιάς, για να φανεί ότι στο συγκεκριμένο σπίτι είχαν αποκτήσει αγόρι. Επτά ημέρες ύστερα από τη γέννησή του, σε ειδική τελετή γύρω από την εστία του σπιτιού, έδιναν στο αγόρι το όνομα του παππού του. Όταν όμως γεννιόταν κορίτσι κρεμούσαν στην είσοδο του σπιτιού μαλλί από πρόβατο, που συμβόλιζε την εργατικότητα της γυναίκας.
Στην αρχαία Αθήνα, τα παιδιά μεγάλωναν στον γυναικωνίτη, τα αγόρια όμως μέχρι να συμπληρώσουν το έβδομο έτος της ηλικίας τους, οπότε και περνούσαν την ημέρα τους στον ανδρωνίτη. Η ανατροφή και η αγωγή των παιδιών συνδέονταν με τα ιδεώδη της αθηναϊκής κοινωνίας και σκοπός τους ήταν να την εξυπηρετήσουν, «προμηθεύοντάς» την με χρήσιμους, ολοκληρωμένους ως άτομα, πολίτες. Στόχος της εκπαίδευσης ήταν να προετοιμάσει τους νέους, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν, για την εισαγωγή τους στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πόλης, δηλαδή, πρωτίστως, τους προετοίμαζε για κοινωνική ενσωμάτωση.
Τα αγόρια των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων συνήθως πήγαιναν στο σχολείο, ενώ τα πιο φτωχά μάθαιναν μια τέχνη. Αντιθέτως, τα κορίτσια έμεναν στο σπίτι, στο οποίο εκπαιδεύονταν από μικρές στην εκπλήρωση των εργασιών και δραστηριοτήτων της οικίας αποκλειστικά.
Η απόφαση του αν θα πάει το αγόρι στο σχολείο, σε ποιο σχολείο θα πάει και για πόσα χρόνια, λαμβάνονταν από τον πατέρα, και εξαρτιόνταν παράλληλα από την κοινωνική του θέση και την οικονομική του δυνατότητα, καθώς υπήρχαν δίδακτρα. Η πολιτεία φρόντιζε με δικά της έξοδα μόνο τις σπουδές των παιδιών όσων είχαν σκοτωθεί σε πολέμους.
Αν και η εκπαίδευση είχε αφεθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία, οι νόμοι της πόλης καθόριζαν τις ώρες λειτουργίας των ιδιωτικών σχολείων, τον αριθμό και τις ηλικίες των μαθητών και επέβαλλαν κρατικό έλεγχο στους δασκάλους, όχι ως προς το γνωστικό τους πεδίο αλλά σχετικά με τη συμπεριφορά τους. Ακόμα, τα σχολεία στεγάζονταν σε ιδιωτικούς χώρους κοντά σε δημόσια ή ιδιωτικά γυμνάσια (δηλαδή γήπεδα). Ειδικά τα γυμνάσια ήταν σημαντικά για την κοινωνικοποίησή τους, αφού αποτελούσαν και χώρο συνάντησης και συναναστροφής.
Ένας έμπιστος δούλος, ο παιδαγωγός, συνόδευε το αγόρι σε όλες τις δραστηριότητές του, μεταφέροντας τα σχολικά είδη, και παρακολουθούσε μαζί του τα μαθήματα, ώστε να μπορεί αργότερα στο σπίτι να το βοηθήσει με την επανάληψη της ύλης. Οι μαθητές είχαν πάντα μαζί τους μία ξύλινη πλάκα αλειμμένη με κερί, πάνω στην οποία χάραζαν τα γράμματα με τη βοήθεια μιας γραφίδας ή του στύλου, κατασκευασμένα από χαλκό ή ξύλο. Σε πρωτοβάθμιο στάδιο διδάσκονταν τρία μαθήματα: τα γράμματα, η γυμναστική και η μουσική. Η διδασκαλία των γραμμάτων γινόταν από τον γραμματιστή και αποτελούταν από γραφή, ανάγνωση, αριθμητική, γραμματική και ποίηση (κυρίως τα Oμηρικά έπη). Η σωματική άσκηση γινόταν από τους παιδοτρίβες (τους σημερινούς γυμναστές). Η καλλιέργεια του νου και του σώματος μαζί οδηγεί στην ολοκλήρωση του ανθρώπου. Οι παιδοτρίβες προετοίμαζαν τα παιδιά για τη μετέπειτα στρατιωτική τους εκπαίδευση, δίνοντας έμφαση στα ατομικά αθλήματα, παραδείγματος χάριν, στο άλμα εις μήκος, στη ρίψη του ακοντίου και του δίσκου. Τέλος, η διδασκαλία της μουσικής από τον κιθαριστή περιλάμβανε χορό και την εκμάθηση μουσικών οργάνων, κυρίως κιθάρας και αυλού. Η μουσική ήταν κομμάτι της στοιχειώδους εκπαίδευσης, λόγω της πίστης των αρχαίων Αθηναίων, και γενικά των Ελλήνων, για την επίδρασή της στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά και λόγω του ότι ήταν συνυφασμένη με όλες τις εκδηλώσεις του ιδιωτικού και δημόσιου βίου.
Η βασική εκπαίδευση διαρκούσε τρία με τέσσερα χρόνια και μετά από αυτή μόνο τα αγόρια των πιο εύπορων οικογενειών συνέχιζαν στο δευτεροβάθμιο επίπεδο, για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους, το οποίο περιλάμβανε τα ίδια μαθήματα, αλλά και τραγούδι. Μετά τα 18, οι πλουσιότεροι νέοι, οι οποίοι ήθελαν ανώτερη μόρφωση, φοιτούσαν σε σχολές φιλοσόφων και σοφιστών, για παράδειγμα του Πλάτωνα, του Ισοκράτη και άλλων, τους οποίους ακολουθούσαν στις διαλέξεις που έδιναν, περιοδεύοντας από πόλη σε πόλη. Διδάσκονταν γνωστικά αντικείμενα όπως η γεωμετρία, η αστρονομία, η ιατρική, η ρητορική και η φιλοσοφία. Φυσικά, αυτή η ανεπίσημη τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν προβλεπόταν έως το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα προ Χριστού, οπότε και εμφανίστηκαν οι Σοφιστές, οι οποίοι την καθιέρωσαν.
Σημαντικότατη τελετουργία αποτελούσε η κούρα των μαλλιών των παιδιών, που συμβόλιζε τη μετάβασή τους στην εφηβεία, και συνοδεύονταν από αιματηρή θυσία. Ο πατέρας δήλωνε ενόρκως ότι ο γιος του γεννήθηκε εντός νόμιμου γάμου. Αν τα μέλη της φρατρίας το αμφισβητούσαν, το ζώο προς θυσία απομακρυνόταν από τον βωμό. Διαφορετικά, τον όρκο ακολουθούσε η αιματηρή θυσία και τα μέλη δέχονταν το κρέας που τους πρόσφερε ο έφηβος ως ένδειξη αναγνώρισής του. Κατόπιν, παρουσιάζονταν στον δήμο του πατέρα, το αγόρι, το οποίο εγγραφόταν ως Αθηναίος πολίτης και ξεκινούσε τη στρατιωτική του εκπαίδευση, η οποία απαιτούσε να υπηρετήσει την πόλη ως φρουρός για δύο χρόνια.
Ωστόσο, η συστηματική και μεθοδευμένη πολεμική κατάρτιση των Αθηναίων σιγά σιγά παραγκωνίζεται από τον 5ο αιώνα και γίνεται προνόμιο των ευκατάστατων πολιτών, που έχουν χρόνο σε αντίθεση με τον μέσο, χειρώνακτα, Αθηναίο. Με τη νοοτροπία ότι οι νέοι είναι μελλοντικοί πολίτες και όχι στρατιώτες, δίνεται περισσότερη έμφαση στη φυσική αγωγή ως πολεμική προπαρασκευή.
ΠΗΓΕΣ:
–
