Μενού Κλείσιμο

Η Μάχη του Δηλίου – 424 π.Χ.

Βρισκόμαστε στη πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου, τον Αρχιδάμιο Πόλεμο. Ύστερα από τις συνεχείς εισβολές των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους στην Αττική τα πρώτα χρόνια του πολέμου ήρθε η ώρα της Αθήνα να αντεπιτεθεί. Δύο ήταν οι πιθανοί στόχοι των Αθηναίων. Να χτυπήσει την επικράτεια της Κορίνθου ή της Θήβας.

Στην περίπτωση των Κορινθίων θα έπρεπε να επιτεθεί στα Μέγαρα και να προελάσει προς τον Ισθμό. Το μεγάλο μειονέκτημα σε αυτή την περίπτωση ήταν η γειτνίαση με τη Σπάρτη και τον αήττητο στρατό ξηράς της. Επίσης μειονέκτημα ήταν η έκθεση των μετόπισθεν σε επιθετικές κινήσεις του πάντα επίφοβου ιππικού της Θήβας καθώς και των αξιόμαχων οπλιτών της. Οπότε η σοφότερη κίνηση θα ήταν η επίθεση στη νότια Βοιωτία και στις πόλεις Δήλιο και Χαιρώνεια για να εξουδετερωθεί ο κίνδυνος από Βορρά.

Η μάχη στο Δήλιο, το 424 π.Χ., δόθηκε προς τα τέλη της πρώτης φάσης του Πελοποννησιακού Πολέμου σε μια προσπάθεια της Αθήνας να ελέγξει τη Βοιωτία, αλλά κατέληξε σε ήττα της. Στόχος της ήταν να αποκτήσει τον έλεγχο του Δηλίου (σημερινό Δήλεσι) που είχε στρατηγική σημασία στα βόρειά της, και παράλληλα να ανατρέψει τα ολιγαρχικά και φιλοσπαρτιατικά καθεστώτα των σημαντικών βοιωτικών πόλεων.

Οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους σκόπευαν[1] να επιτεθούν ταυτόχρονα σε τρία διαφορετικά σημεία της Βοιωτίας: στο Δήλιο (απέναντι από την Εύβοια), στο λιμάνι των Σιφών (στον Κορινθιακό, σημερινή Αλυκή) και στην Χαιρώνεια (στα δυτικά της λίμνης Κωπαΐδας). Με την τριπλή αναστάτωση που είχαν σκοπό να προκαλέσουν ταυτόχρονα θα διασπούσαν τις δυνάμεις του βοιωτικού στρατού, γιατί αυτός θα αναγκάζονταν να απασχοληθεί πρωτίστως με τις ανατρεπτικές κινήσεις των δημοκρατικών Βοιωτών.

Έτσι οι Αθηναίοι θα αποκτούσαν πιο εύκολα τον έλεγχο του Δηλίου στα ανατολικά της Βοιωτίας. Συνεννοήθηκαν με Φωκείς και δημοκρατικούς Βοιωτούς που είχαν εξοριστεί από τα ολιγαρχικά ή αριστοκρατικά κόμματα των πόλεών τους και κατέληξαν στο εξής σχέδιο κοινής δράσης: οι Φωκείς και οι δημοκρατικοί Βοιωτοί που είχαν εξοριστεί από τον Ορχομενό θα επιτίθεντο στη Χαιρώνεια, ενώ ταυτόχρονα ο στόλος των Αθηναίων υπό τον Δημοσθένη και συμμάχους Ακαρνάνες θα επιτίθετο στο λιμάνι των Σιφών.

Την ίδια μέρα το πεζικό των Αθηναίων θα προέλαυνε στο Δήλιο. Μόλις ο Δημοσθένης κατακτούσε τις Σίφες θα κατευθυνόταν στο Δήλιο για να ενισχύσει τις δυνάμεις του Ιπποκράτη και να διασφαλιστεί το πέρασμα.

Το λιμάνι των Σιφών – στον βράχο στο κέντρο της φωτ. είναι το κάστρο των Βοιωτών.

Και αυτή την κίνηση επέλεξαν οι Αθηναίοι. Το σχέδιο ήταν πράγματι ιδιοφυές καθώς προέβλεπε την επίθεση σε τρία μέτωπα ταυτόχρονα. Ο στόλος υπό τον Δημοσθένη θα καταλάμβανε τον λιμένα Σίφες, οι Φωκείς και οι δημοκρατικοί του Ορχομενού θα επιτεθόταν στη Χαιρώνεια, και ο στρατός υπό τον Ιπποκράτη θα καταλάμβανε τη πόλη του Δήλιου.

Η περιπλοκότητα του σχεδίου και η έλλειψη ανώτατης κεντρικής διοίκησης προδίκαζαν όμως την αποτυχία του σχεδίου. Ο στόλος έφτασε πολύ νωρίς, οι Φωκείς δίστασαν και δεν κινήθηκαν.

Ο στρατός κατέλαβε το Δήλιο αλλά τώρα έπρεπε να το προστατέψει από την αντεπίθεση των Θηβαίων και των άλλων Βοιωτών . Ο Μετά από τρεις μέρες ο Ιπποκράτης κατάλαβε ότι κάτι δεν είχε πάει καλά και αποφάσισε να αποσυρθεί στην Αττική γιατί γνώριζε ότι είχε μεν αρκετό στρατό, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόμαχος -ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι είχαν επιστρατευτεί και μέτοικοι και ότι πολλοί ήταν όχι μόνον άπειροι στον πόλεμο αλλά και άοπλοι.
 Ιπποκράτης ο Αθηναίος λοιπόν άφησε περί τους διακόσιους άντρες στη πόλη και κινήθηκε βόρεια για να αντιμετωπίσει τους επερχόμενους Βοιωτούς, υπό τον στρατηγό Παγώνδα.

 

Υπάρχει και η άποψη της προδοσίας

Το σχέδιο κατέληξε σε αποτυχία για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος ήταν πως ένας άνδρας από τη Φωκίδα το πρόδωσε στους Σπαρτιάτες και αυτοί ειδοποίησαν τους Βοιωτούς. Έτσι τα ολιγαρχικά καθεστώτα προετοιμάστηκαν για την ανατροπή που σχεδίαζαν οι δημοκρατικοί και έστειλαν ενισχύσεις τόσο στη Χαιρώνεια όσο και στις Σίφες.

Οι δημοκρατικοί Βοιωτοί έκριναν τότε σκόπιμο να μην κινηθούν διόλου αφού το σχέδιο είχε διαρρεύσει. Όμως ο Δημοσθένης με το στόλο του και ο Ιπποκράτης με το πεζικό προχωρούσαν βάσει αυτού του σχεδίου. 
Όταν ο Δημοσθένης κατάφερε να συγκεντρώσει στόλο και άνδρες κινήθηκε προς τις Σίφες, όπου νόμιζε ότι οι δημοκρατικοί θα παρέδιδαν το λιμάνι. Επίσης έφτασε εκεί νωρίτερα από τη μέρα που είχε συμφωνηθεί, αυτό όμως το λάθος δεν ξέρουμε αν έπαιξε καθοριστικό ρόλο αφού το σχέδιο είχε ούτως ή άλλως προδοθεί.

Η ηγεσία των Βοιωτών είχε ήδη στείλει σημαντικές ενισχύσεις στις Σίφες και η πόλη όχι μόνον δεν παραδόθηκε, αλλά αντιστάθηκε σθεναρά.

Μέρος της οχύρωσης του κάστρου στις Σίφες.

Ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να πάρει το στόλο του και να υποχωρήσει. Κατευθύνθηκε στις απέναντι ακτές της Πελοποννήσου στην Σικυωνία (σημερινό Κιάτο) όπου όμως επίσης συνάντησε σημαντική αντίσταση και αναγκάσθηκε να πάρει πάλι τους άνδρες του και να αποχωρήσει. Όλο αυτό το διάστημα δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Ιπποκράτη που είχε ήδη φτάσει στο Δήλιο και το οχύρωνε περιμένοντας από μέρα σε μέρα την εμφάνιση των ενισχύσεων του Δημοσθένη -Αθηναίων, Ακαρνάνων και άλλων.

 

Η Μάχη

Οι δύο αντίπαλοι είχαν ίδιες περίπου δυνάμεις. Εφτά χιλιάδες οπλίτες, γύρω στους χίλιους ιππείς και περίπου δέκα χιλιάδες ελαφρούς πολεμιστές. Οι Βοιωτοί (Θηβαίοι και σύμμαχοι) υπερτερούσαν κάπως στο ιππικό. Η διάταξη τους για τη μάχη ήταν παρόμοια. Ένας μεγάλος λόφος ήταν ανάμεσα τους και από πίσω οι στρατηγοί παρέταξαν τους οπλίτες στο κέντρο και τους ιππείς με τους ψιλούς στα πλάγια να προστατεύουν τη φάλαγγα. Ο Παγώνδας όμως ήταν ανήσυχο και καινοτόμο πνεύμα ! Διαφοροποίησε τη διάταξη του ελαφρά αλλά θεμελίωσε τον τρόπο μάχης που καθιέρωσε την Θήβα ως κυρίαρχη δύναμη στη νότια Ελλάδα στον επόμενο αιώνα, τη λοξή φάλαγγα.

Η διάταξη ήταν απλή. Ενίσχυσε το δεξί άκρο της παράταξη του με βάθος εικοσιπέντε αντρών, μείωσε το πλάτος της παράταξης του και το μόνο που είχε να περιμένει ήταν να επικρατήσει το δεξί κέρας πριν καταρρεύσει το αριστερό άκρο που είχε αποδυναμωθεί αρκετά. Ήταν ένα στοίχημα του Παγώνδα με τον χρόνο. 

  • Με το ξεκίνημα της μάχης όλα πήγαν όπως σχεδίασε ο Θηβαίος στρατηγός. Το δεξί άκρο των Βοιωτών επικρατούσε των Αθηναίων, στο κέντρο της παράταξης η μάχη ήταν αμφίρροπη ενώ στο αριστερό επικράτησαν άνετα οι οπλίτες του Ιπποκράτη. Εκεί έγινε ένα λάθος των Αθηναίων και φάνηκε η μεγαλοφυΐα του Παγώνδα. Οι Αθηναίοι ενώ επικρατούσαν εύκολα και περικύκλωσαν το αριστερό άκρο των Βοιωτών , μπερδεύτηκαν και χτυπήθηκαν μεταξύ τους.

Είναι η πρώτη περίπτωση στην ιστορία που κατεγράφησαν απώλειες από “φίλια πυρά”… Τότε ο Βοιωτός στρατηγός έστειλε το σύνολο του ιππικού πίσω από τον λόφο και πλαγιοκόπησε τους αποπροσανατολισμένους Αθηναίους οπλίτες και τους έτρεψε σε φυγή. Οι Αθηναίοι πλέον είχαν τραπεί σε φυγή και στα δύο άκρα και έτσι το κέντρο της παράταξης ενώ κόντευε να επικρατήσει αναγκάστηκε να υποχωρήσει για να αποφύγει τη περικύκλωση και τον επικείμενο αφανισμό.

  • Οι Βοιωτοί  κατεδίωξαν τους Αθηναίους και μετά από δύο εβδομάδες ανακατέλαβαν τη Δήλιο ταπεινώνοντας τους περήφανους αντιπάλους τους. Στα παραλειπόμενα της μάχης συγκαταλέγονται ο θάνατος του στρατηγού Ιπποκράτη, η σωτηρία του Αλκιβιάδη από τον Σωκράτη, καθώς και η πρώτη στην ιστορία χρήση φλογοβόλου στην άλωση του Δηλίου από τους Βοιωτούς.

Οι Βοιωτοί  είχαν την τύχη να έχουν στις τάξεις τους έναν χαρισματικό στρατηγό, τον Παγώνδα. Ένας τολμηρός στρατηγός που δεν δίστασε να καινοτομήσει για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την υπερδύναμη της εποχής, Αθήνα. Το σχέδιο του μας ακούγεται σήμερα κάπως απλό αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ο πρώτος που το εφήρμοσε και ήταν τότε αμφίβολης επιτυχίας. Αν οι Αθηναίοι δεν είχαν μπερδευτεί ίσως και να είχε αποτύχει το τέχνασμά του. Η αποδοχή του ρίσκου όμως από μέρους του ήταν αυτό που τον δικαίωσε τελικά.

Οι Αθηναίοι δεν αποτόλμησαν άλλη χερσαία εκστρατεία έκτοτε. Όλες οι επιθετικές τους κινήσεις θα γινόταν πλέον με το ναυτικό και τους πεζοναύτες, άλλη μια καινοτομία του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Ο παραδοσιακός τρόπος μάχης της αρχαίας Ελλάδας, η οπλιτική μάχη, άρχισε να σβήνει σιγά-σιγά αν και οι οπλίτες παρέμειναν το βασικό τμήμα όλων των ελληνικών στρατών μέχρι και την επικράτηση των Ρωμαίων.

Πεζοναύτης -επιβάτης – από την Σικυώνα του 480 π.Χ. Σχέδιο-εικονογράφος-ερευνητής: Χρ.Γιαννόπουλος.

Η περιγραφή από τον Θουκυδίδη

Οι Αθηναίοι οχυρώνουν το Δήλιον

Ο Ιπποκράτης, εξ άλλου, αφού επιστράτευσε τους Αθηναίους, πολίτας εξ ίσου και μετοίκους, καθώς και τους παρεπιδήμους ξένους, έφθασεν αργά εις το Δήλιον, όταν οι Βοιωτοί είχαν ήδη επιστρέψει από τας Σίφας. Και αφού εστρατοπέδευσε, προέβη εις την οχύρωσιν του Δηλίου κατά τον εξής τρόπον: Οι στρατιώται έσκαψαν τάφρον γύρω από τον ναόν και ολόκληρον τον ιερόν περίβολον. Με τα χώματα δε που έβγαλαν από την τάφρον κατεσκεύασαν προτείχισμα προς υποστήριξιν του οποίου ενέπηξαν πασσάλους καθ’ όλον το μήκος. Συγχρόνως εχρησιμοποίησαν εις το πρόχωμα αυτό τα κλήματα των πέριξ του ιερού περιβόλου αμπέλων καθώς και τας πέτρας και τας πλίνθους των πέριξ οικοδομών, τας οποίας κατεδάφιζαν, και μετεχειρίσθησαν εν γένει κάθε μέσον δια να υψώσουν όσον το δυνατόν περισσότερον το οχύρωμα.

Κατεσκεύασαν επίσης ξυλίνους πύργους εις τα επίκαιρα σημεία του ιερού περιβόλου, όπου δεν υπήρχαν οικοδομαί (διότι η προϋπάρχουσα στοά είχε καταπέσει). Η εργασία είχεν αρχίσει την τρίτην ημέραν μετά την αναχώρησιν από τας Αθήνας, και, εξηκολούθησεν όλην την τετάρτην και μέχρι του προγεύματος της πέμπτης, οπότε, επειδή το πλείστον του έργου είχεν ήδη συντελεσθή, το κύριον μέρος του στρατού εξεκίνησε δια να επιστρέψη εις τας Αθήνας. Εις απόστασιν δέκα περίπου σταδίων από το Δήλιον, οι οπλίται εστάθμευσαν εις τάξιν μάχης προς ανάπαυσιν, ενώ οι περισσότεροι από τους ψιλούς στρατιώτας συνέχισαν κατ’ ευθείαν την πορείαν των. Ο Ιπποκράτης όμως είχε παραμείνει εις το Δήλιον, ασχολούμενος να εγκαταστήση τους φρουρούς εις τας διαφόρους θέσεις των και συμπληρώση προσηκόντως ό,τι υπελείπετο ακόμη δια την οχύρωσιν.

 

Οι Βοιωτοί συγκεντρώνονται εις Τανάγραν

Κατά την διάρκειαν της οχυρώσεως του Δηλίου, οι Βοιωτοί συνεκεντρώνοντο εις την Τανάγραν. Αφού δ’ έφθασαν τα αποσπάσματα όλων των πόλεων, έμαθαν ότι οι Αθηναίοι εξεκίνησαν ήδη, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Οι άλλοι Βοιωτάρχαι, των οποίων ο ολικός αριθμός ανέρχεται εις ένδεκα, ήσαν της γνώμης ότι δεν έπρεπε να δώσουν μάχην, διότι ο εχθρός είχεν εξέλθει ήδη από το έδαφος της Βοιωτίας. Και πράγματι οι Αθηναίοι, όταν εστάθμευσαν, ήσαν περίπου εις τα όρια της Ωρωπίας. Αλλ’ ο Παγώνδας, υιός του Αιολάδου, ο οποίος αντιπροσώπευε τας Θήβας ως Βοιωτάρχης, μαζί με τον Αριανθίδην, υιόν του Λυσιμαχίδου, και ήσκει τότε την αρχιστρατηγίαν, ήθελε να δοθή η μάχη, διότι έκρινεν ότι συνέφερε ν’ αντιμετωπισθή ο κίνδυνός της. Προσεκάλει δια τούτο τους στρατιώτας κατά τμήματα, δια να μην αφίσουν όλοι συγχρόνως τα όπλα των, και με τους επομένους λόγους προσεπάθει να πείση τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων και τους επιτεθούν.

 

Ο Βοιωτάρχης Παγώνδας συνιστά να πολεμήσουν κατά των Αθηναίων

“Αγαπητοί Βοιωτοί, έπρεπε μήτε να περάση από τον νουν κανενός από ημάς τους αρχηγούς του στρατού η ιδέα ότι δεν είναι ορθόν να επιτεθώμεν εναντίον των Αθηναίων, παρά εάν τους προφθάσωμεν ευρισκομένους ακόμη εις το έδαφος της Βοιωτίας. Διότι εκείνοι, ελθόντες από όμορον χώραν και οικοδομήσαντες οχύρωμα επάνω εις την Βοιωτίαν, σκοπόν έχουν να ερημώσουν το έδαφός μας, και είναι προφανώς εχθροί μας, οπουδήποτε και αν τους φθάσωμεν, και ιδίως εις το έδαφος, από το οποίον προήλασαν, δια να συμπεριφερθούν ως τοιούτοι επί του ιδικού μας. Αλλ’ εάν μόλα ταύτα ενόμισε κανείς ασφαλέστερον να μην επιτεθώμεν, πρέπει ν’ αλλάξη γνώμην.

Διότι οι υπολογίσμοι της συνετής προνοητικότητος δεν αρμόζουν εξ ίσου εις εκείνους που είναι θύματα επιθέσεως άλλων και ζητούν να προστατεύσουν το έδαφός των, όπως αρμόζουν εις όσους, ενώ κατέχουν ανενοχλήτως ό,τι τους ανήκει, επιτίθενται εκουσίως και από πλεονεξίαν εναντίον άλλων. Άλλωστε, πατροπαράδοτος δια σας πολιτική είναι να καταπολεμήτε τον ξένον επιδρομέα, αδιάφορον αν εις το ιδικόν σας ή το ξένον έδαφος, και πολύ περισσότερον επιβάλλεται τούτο απέναντι των Αθηναίων, οι οποίοι επί πλέον συνορεύουν με σας. Διότι τότε μόνον εξασφαλίζει κανείς την ελευθερίαν του απέναντι των γειτόνων, όταν είναι ικανός και έτοιμος ν’ αντιμετωπίζη αυτούς.

Και εναντίον προ πάντων των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι όχι πλέον τους γείτονας, αλλά και εκείνους ακόμη που κατοικούν μακράν, επιζητούν να υποδουλώσουν, είναι ή δεν είναι ανάγκη ν’ αγωνισθώμεν μέχρις εσχάτων; Η κατάστασις της απέναντί μας Ευβοίας και των περισσοτέρων άλλων Ελλήνων ας μας χρησιμεύση ως παράδειγμα. Και πρέπει να γνωρίζετε ότι ενώ οι άλλοι πολεμούν εναντίον των γειτόνων των δι’ αμφισβητούμενα σύνορα, δι’ ημάς, εάν νικηθώμεν, εν και μόνον και αναμφισβήτητον του λοιπού σύνορον θα χαραχθή, περιλαμβάνον ολόκληρον το έδαφός μας, διότι, άμα εισέλθουν εις αυτό οι Αθηναίοι, θα γίνουν δια της βίας κύριοι των κτήσεών μας.

Τόσον επικινδυνωτέρα από κάθε άλλην είναι δι’ ημάς η γειτνίασίς των. Συνήθως, άλλωστε, όσοι, θρασυνόμενοι από την δύναμίν των, όπως οι Αθηναίοι τώρα, επιτίθενται εναντίον άλλων, βαδίζουν με μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην εναντίον εκείνων, οι οποίοι αδρανούν και υπερασπίζουν εαυτούς μόνον εντός του ιδικού των εδάφους, ενώ αντιτάσσονται με ολιγωτέραν προθυμίαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι εξέρχονται από τα όρια της χώρας των, δια να τους αντιμετωπίσουν, και οι οποίοι, παρουσιαζομένης ευκαιρίας, αρχίζουν αυτοί πρώτοι τας εχθροπραξίας. Του πράγματος αυτού ελάβαμεν πείραν από τους ιδίους τους Αθηναίους, διότι, όταν, συνεπεία των εμφυλίων μας σπαραγμών, κατέλαβαν την χώραν μας, και τους ενικήσαμεν εις την μάχην της Κορωνείας, εξησφαλίσαμεν εις την Βοιωτίαν πλήρη ασφάλειαν μέχρι της σήμερον. Αυτά ενθυμούμενοι, καθήκον έχομεν, οι πρεσβύτεροι να μη φανούν κατώτεροι των τότε ανδραγαθημάτων των, και οι νεώτεροι, ως υιοί πατέρων, οι οποίοι έδειξαν τότε διαγωγήν άψογον, να προσπαθήσουν να μην αμαυρώσουν τας πατροπαραδότους αρετάς.

Εμπιστευόμενοι δε εις την βοήθειαν του θεού, του οποίου τον ναόν, παρά τα κρατούντα μεταξύ Ελλήνων, ωχύρωσαν και κατέχουν, και εις τας θυσίας που προσεφέραμεν εις τους θεούς και αι οποίαι υπήρξαν ευοίωνοι, καθήκον έχομεν να προελάσωμεν δια να επιτεθώμεν εναντίον των και τους δείξωμεν ότι αν θέλουν να επιτύχουν ό,τι εποφθαλμιούν, οφείλουν να επιτίθενται εναντίον εκείνων, που δεν έχουν διάθεσιν ν’ αμυνθούν, αλλ’ ότι άνδρες, οι οποίοι, εμπνεόμενοι από ευγενές πνεύμα, εθεώρησαν πάντοτε καθήκον των ν’ αγωνίζωνται υπέρ της ελευθερίας της ιδικής των χώρας και να μην υποδουλώνουν την χώραν των άλλων αδίκως, δεν θα τους επιτρέψουν να φύγουν χωρίς να πολεμήσουν”.

 

Οι αντίπαλοι στρατοί Αθηνών και Βοιωτίας παρατάσσονται προς μάχην

Με τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους έπεισεν ο Παγώνδας τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων. Και αφού έδωκεν εσπευσμένως την διαταγήν της προελάσεως, καθόσον και η ημέρα ήτο ήδη προχωρημένη, εξεκίνησε επί κεφαλής του στρατού. Και όταν επλησίασε τον στρατόν των Αθηναίων, κατέλαβε θέσιν, από την οποίαν τα δύο στρατεύματα ένεκα παρεμπίπτοντος λόφου, δεν ημπορούσαν να βλέπουν το εν τω άλλο, και εκεί παρέταξε τον στρατόν και ητοιμάζετο δια να δώση μάχην.

Ο Ιπποκράτης, ο οποίος ευρίσκετο ακόμη εις το Δήλιον, ευθύς ως έμαθε την προέλασιν των Βοιωτών, έστειλεν εις τον στρατόν διαταγάς να λάβη τάξιν μάχης, και ο ίδιος έφθασε μετ’ ολίγον, αφού αφήκεν εις το Δήλιον τριακοσίους περίπου ιππείς, δια να το φρουρούν εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως, και συγχρόνως καραδοκούν κατάλληλον ευκαιρίαν δια να πέσουν, διαρκούσης της μάχης, επάνω εις τα νώτα του εχθρού. Αλλ’ οι Βοιωτοί αντέταξαν χωριστόν απόσπασμα προς άμυναν εναντίον των ιππέων του Δηλίου, και όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, ανέβησαν εις την κορυφογραμμήν του λόφου, από την οποίαν ήσαν ορατοί, και εκεί ανέμεναν εις τάξιν μάχης. Η όλη δύναμίς των ανήρχετο εις επτά χιλιάδας περίπου οπλίτας, δέκα και πλέον χιλιάδας ψιλούς, χιλίους ιππείς και πεντακοσίους πελταστάς.

Το δεξιόν κέρας κατείχαν οι Θηβαίοι με εκείνους από τους Βοιωτούς, όσοι ήσαν υποτελείς των. Εις το κέντρον ήσαν οι Αλιάρτιοι, οι Κορωναίοι, οι Κωπαιείς και οι άλλοι, όσοι κατοικούν γύρω από την Κωπαΐδα λίμνην. Το αριστερόν κατείχαν οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Πλησίον εις τα δύο κέρατα ετοποθετήθησαν οι ψιλοί και οι ιππείς. Οι Θηβαίοι ετάχθησαν εις φάλαγγα βάθους είκοσι πέντε οπλιτών. Ο σχηματισμός των άλλων εποίκιλλε. Τοιαύτη ήτο η στρατιωτική δύναμις των Βοιωτών, και τοιαύτη η προς μάχην παράταξίς της.

Οι Αθηναίοι οπλίται, ισάριθμοι προς τους εχθρούς των, ετάχθησαν όλοι εις φάλαγγα βάθους οκτώ ανδρών, και οι ιππείς εις τα δύο κέρατα. Τακτικοί ψιλοί στρατιώται δεν παρίσταντο, ούτε είχε ποτέ οργανώσει η πόλις τοιούτους. Όσοι εν τούτοις, ψιλοί έλαβαν μέρος εις την εισβολήν, ήσαν πολλαπλάσιοι από τους του εχθρού.

Αλλ’ ένεκα της γενικής επιιστρατεύσεως αστών και ξένων, οι περισσότεροι ήσαν άοπλοι, και επειδή είχαν ήδη ξεκινήσει, επιστρέφοντες εις τας Αθήνας, ολίγοι μόνον έλαβαν μέρος εις την μάχην. Αφού δε οι δύο στρατοί ήσαν παρατεταγμένοι και επέκειτο η σύγκρουσις, ο στρατηγός Ιπποκράτης, διερχόμενος το μέτωπον της παρατάξεως των Αθηναίων εξήπτε το θάρρος των στρατιωτών με τους επομένους λόγους:

 

Ο Αθηναίος στρατηγός Ιπποκράτης ομιλεί προς τους στρατιώτας

“Συμπολίται, η παραίνεισίς μου θα είναι σύντομος, διότι, προκειμένου περί ανδρών γενναίων, ολίγοι λόγοι αρκούν και τους ολίγους αυτούς απευθύνω ως υπόμνησιν μάλλον παρά ως προτροπήν. Κανείς ας μη φαντασθή ότι αναλαμβάνομεν τόσον σοβαρόν κίνδυνον επάνω εις ξένον έδαφος άνευ λόγου. Διότι εις το εχθρικόν αυτό έδαφος θ’ αγωνισθώμεν υπέρ της ιδικής μας χώρας. Και αν νικήσωμεν, κανείς πλέον δεν υπάρχει φόβος ότι οι Πελοποννήσιοι, χωρίς το Βοιωτικόν ιππικόν, θα εισβάλουν του λοιπού εις την χώραν μας, αλλά με μίαν μάχην και την Βοιωτίαν κατακτάτε και την ελευθερίαν της Αττικής εξασφαλίζετε. Βαδίσατε λοιπόν εναντίον των, όπως αρμόζει εις ανθρώπους, οι οποίοι είμεθα όλοι υπερήφανοι, διότι έχομεν πατρίδα, η οποία είναι η πρώτη πόλις της Ελλάδος, και εις τους υιούς πατέρων, οι οποίοι υπό την αρχηγίαν του Μυρωνίδου ενίκησαν αυτούς εδώ εις την μάχην των Οινοφύτων, και έγιναν εις το παρελθόν κύριοι της Βοιωτίας”.

 

Μάχη μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών. Ήττα των Αθηναίων

Την ώραν που ο Ιπποκράτης απηύθυνε τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους, και δεν είχεν ακόμη προφθάσει να διέλθη περισσότερον από το ήμισυ μέτωπον του στρατού, οι Βοιωτοί, εις τους οποίους ο Παγωνιάς είχεν απευθύνει και πάλιν βιαστικά μερικούς παραινετικούς λόγους, ψάλλοντες τον παιάνα, προήλασαν κατερχόμενοι από τον λόφον. Και οι Αθηναίοι, εξ άλλου, αντεπεξήλθαν, εις τρόπον ώστε οι δύο στρατοί συνεκρούσθησαν τρέχοντες. Είναι αληθές ότι τα άκρα των στρατών δεν ημπόρεσαν να έλθουν εις χείρας, διότι ημποδίσθησαν από το ίδιον κώλυμα, ογκωθέντας δηλαδή χειμάρρους. Ο λοιπός όμως στρατός είχεν εμπλακή εις τραχύν αγώνα, και οι άνδρες αλληλοεσπρώχνοντο με τας ασπίδας των. Το αριστερόν και το κέντρον της Βοιωτικής παρατάξεως ευρίσκοντο εις υποδεή θέσιν απέναντι των Αθηναίων, οι οποίοι και τους άλλους, που ευρίσκοντο εις το μέρος αυτό, και προ πάντων τους Θεσπιείς, επίεζαν. Διότι οι παρατεταγμένοι εις το πλευρόν των τους εγκατέλειψαν, υποχωρήσαντες, οι δε τελευταίοι εκυκλώθησαν στενώτατα, εις τρόπον ώστε οι φονευθέντες από αυτούς εξωλοθρεύθησαν, αμυνόμενοι λυσσωδώς.

Και μερικοί μάλιστα από τους Αθηναίους, ένεκα της συγχύσεως, την οποίαν έφερεν η κύκλωσις, εφονεύθησαν κατά λάθος μεταξύ των. Εις το μέρος λοιπόν τούτο οι Βοιωτοί ενικήθησαν, και κατέφυγαν προς το τμήμα της παρατάξεως, το οποίον εμάχετο ακόμη. Αλλά το δεξιόν, όπου ήσαν οι Θηβαίοι, υπερίσχυσε των Αθηναίων, τους απώθησε και τους κατεδίωκε κατ’ αρχάς βήμα προς βήμα. Αλλά την στιγμήν ακριβώς αυτήν, παρουσιάσθησαν αιφνιδίως δύο αποσπάσματα του ιππικού, τα οποία ο Παγώνδας, δια να βοηθήση το αριστερόν του, όταν υπέφερε δεινώς, είχε στείλει από μέρος που δεν τα έβλεπεν ο εχθρός, γύρω από τον λόφον, και το δεξιόν κέρας των Αθηναίων, το οποίον ενίκα, εκλαβόν τα αποσπάσματα αυτά ως νέον στρατόν ερχόμενον εναντίον των, κατελήφθη από πανικόν. Και ούτως, ένεκα δύο αιτιών, αφ’ ενός της αιφνιδίας εμφανίσιεως του ιππικού, και εξ άλλου, διότι οι Θηβαίοι κατεδίωκαν βήμα προς βήμα το αριστερόν των Αθηναίων, το οποίον υπεχώρει, και διέσπασαν την παράταξίν του, η φυγή ολοκλήρου του στρατού των Αθηναίων εγενικεύθη.

Και άλλοι μεν ώρμησαν εις την θάλασσαν προς την διεύθυνσιν του Δηλίου, άλλοι προς τον Ωρωπόν, άλλοι προς το όρος Πάρνηθα και άλλοι, όπου καθείς ήλπιζε να σωθή. Οι Βοιωτοί, και μάλιστα το ιππικόν των, καθώς και το ιππικόν των Λοκρών, το οποίον έφθασε μόλις ήρχισεν η φυγή, τους κατεδίωκαν και τους εφόνευαν. Το γεγονός, άλλωστε, ότι κατά την διάρκειαν της καταδιώξεως ενύκτωσε, διηυκόλυνε την σωτηρίαν του μεγαλυτέρου μέρους των φευγόντων. Και την επομένην, όσοι κατέφυγαν εις τον Ωρωπόν και το Δήλιον, αφού άφισαν εις το τελευταίον, το οποίον παρά την ήτταν των ευρίσκετο ακόμη υπό την κατοχήν των, φρουράν, μετεφέρθησαν δια θαλάσσης εις τα ίδια.

Οι Βοιωτοί, αφού έστησαν τρόπαιον, συνέλεξαν τους νεκρούς των, εσκύλευσαν τους νεκρούς του εχθρού, άφηκαν φρουράν να τους φυλάττη, και απεσύρθησαν εις την Τανάγραν, όπου εσχεδίαζαν επίθεσιν εναντίον του Δηλίου. Κήρυξ των Αθηναίων, μεταβαίνων δια να ζητήση τους νεκρούς, συνήντησε κήρυκα Βοιωτόν, ο οποίος τον εγύρισεν οπίσω, λέγων ότι τίποτε δεν ημπορεί να επιτύχη, πριν ο ίδιος επιστρέψη (από το Αθηναϊκόν στρατόπεδον, όπου εστέλλετο). Ο Βοιωτός κήρυξ παρουσιάσθη εις τους Αθηναίους και τους ανεκοίνωσεν εκ μέρους των Βοιωτών ότι διέπραξαν έγκλημα, παραβιάσαντες τα κοινώς κρατούντα μεταξύ των Ελλήνων.

Διότι, ενώ είναι γενικώς καθιερωμένον, οσάκις εν κράτος εισβάλλει εις το έδαφος άλλου, να σέβεται τους ιερούς χώρους, οι Αθηναίοι, οχυρώσαντες το Δήλιον, το χρησιμοποιούν ως κατοικίαν, και προβαίνουν εντος αυτού εις κάθε τι που εκτελούν οι άνθρωποι εις τόπον μη καθιερωμένον. Και το νερό ακόμη, το οποίον δεν επετρέπετο εις τους Βοιωτούς να εγγίζουν, παρά μόνον δια να το χρησιμοποιούν ως ιερόν ύδωρ δια τας θρησκευτικάς τελετάς, αυτοί, αντλούντες, χρησιμοποιούν δια τας συνήθεις ανάγκας των. Δια τους λόγους αυτούς, οι Βοιωτοί, εξ ονόματός των και εξ ονόματος του θεού, επικαλούμενοι τον Απόλλωνα και τους άλλους εις τον αυτόν ναόν λατρευομένους θεούς, προκαλούν τους Αθηναίους ν’ απέλθουν από τον ναόν, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει.

Μετά την σύντομον αυτήν ανακοίνωσιν του κήρυκος, οι Αθηναίοι έστειλαν εις τους Βοιωτούς ιδικόν των κήρυκα, ο οποίος απήντησεν εξ ονόματός των, ότι όσον αφορά τον ναόν, καμμίαν βλάβην ούτε επροξένησαν, ούτε θα προξενήσουν του λοιπού θεληματικώς. Ούτε κατ’ αρχήν, άλλωστε, τον κατέλαβαν με τοιούτον σκοπόν, αλλά δια να τον χρησιμοποιήσουν, εις ανταπόδοσιν των ίσων, εναντίον εκείνων, οι, οποίοι πραγματικώς τους ηδίκουν.

Ότι κατά το έθιμον που επικρατεί μεταξύ των Ελλήνων, εις εκείνον, που εξουσιάζει το έδαφος, μεγάλον ή μικρόν περιέρχονται εκάστοτε και οι ναοί, με την υποχρέωσιν να επιμελήται αυτούς, σύμφωνα με τας μέχρι τούδε θρησκευτικάς συνηθείας, και εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Οι Βοιωτοί, τωόντι και πολλοί άλλοι, όσοι εξεδίωξαν τους προηγουμένους κατοίκους μιας χώρας και έγιναν δια της βίας κύριοι αυτής, κατέλαβαν κατ’ αρχάς ξένους ναούς, τους οποίους όμως εξουσιάζουν σήμερον ως ιδικούς των. Και οι ίδιοι επομένως οι Αθηναίοι, εάν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος Βοιωτικού εδάφους, θα το εκράτουν.

Αλλά και τώρα το μέρος που κατέλαβαν θεωρούν ιδικόν των, και θα κάμουν ό,τι ημπορούν δια να μη το αφίσουν. Όσον αφορά την καταχρηστικήν χρησιμοποίησιν του νερού, δεν ημπορούσαν να πράξουν άλλως. Η χρησιμοποίησίς του είναι ανάγκη, εις την οποίαν όμως δεν περιήλθαν εκουσίως και από αλαζονείαν, αλλά δια ν’ αμυνθούν εναντίον εκείνων που πρώτοι επέδραμαν το έδαφος της Αττικής. Ότι, άλλωστε, κάθε τι που γίνεται υπό την πίεσιν του πολέμου η άλλης ανάγκης, είναι φυσικόν να κρίνεται επιεικώς και από τον ίδιον τον θεόν, αφού οι βωμοί είναι καταφύγιον δια τα ακούσια εγκλήματα. Ότι και τον όρον “παρανομία” μεταχειριζόμεθα δι’ εκείνους, που διαπράττουν κακόν άνευ ανάγκης, όχι δι’ εκείνους, οι οποίοι υπό την πίεσιν των περιστάσεων αποτολμούν να κάμουν κάτι.

Ότι οι Βοιωτοί, με το να έχουν την αξίωσιν να μην αποδώσουν τους νεκρούς, παρά μόνον ως αντάλλαγμα ιερών τόπων, ασεβούν πολύ περισσότερον από αυτούς, οι οποίοι αρνούνται ν’ ανακτήσουν ό,τι δικαιωματικώς τους ανήκει, δίδοντες εις αντάλλαγμα τοιούτους τόπους. Και ότι τέλος εζήτουν από τους Βοιωτούς να τους δηλώσουν απεριφράστως ότι ημπορούν να πάρουν τους νεκρούς των, και όχι υπό τον όρον της εκκενώσεως του Βοιωτικού εδάφους (αφού, άλλωστε, δεν ευρίσκοντο πλέον εις Βοιωτικόν έδαφος, αλλ’ εις το έδαφος, το οποίον κατέκτησαν με το ξίφος των), αλλά υπό τον όρον να ζητήσουν προς τούτο την ανέκαθεν ειθισμένην βραχείαν ανακωχήν.

Οι Βοιωτοί απήντησαν ότι αν οι Αθηναίοι ευρίσκωνται εις Βοιωτικόν έδαφος, οφείλουν να το εκκενώσουν πριν παραλάβουν ό,τι τους ανήκει, εάν όμως εις ιδικόν των, όπως ισχυρίζονται, αυτοί γνωρίζουν τί έχουν να κάμουν.

Η απάντησις των Βοιωτών ωφείλετο εις την γνώμην των, ότι η Ωρωπία, επί της οποίας έτυχε να κείνται οι νεκροί (καθόσον η μάχη είχε γίνει εις τα σύνορα), ανήκεν εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων, ότι όμως οι Αθηναίοι δεν ημπορούσαν να παραλάβουν τους νεκρούς εναντίον της ιδικής των θελήσεως, ούτε πάλιν ήσαν διατεθειμένοι να συνάψουν ανακωχήν, προκειμένου περί εδάφους, το οποίον ανήκεν εις τους Αθηναίους, όπως έλεγαν οι τελευταίοι.

Εθεώρουν, εξ άλλου, ως ευπρόσωπον την απάντησίν των, ότι οι Αθηναίοι, μόνον εάν εκκενώσουν το Βοιωτικόν έδαφος, ημπορούν να παραλάβουν και ό,τι τους ανήκει. Μετά την απάντησιν των Βοιωτών, ο κήρυξ των Αθηναίων απήλθεν άπρακτος.

Προσπάθεια Απόδοσης του φλογοβόλου από το κείμενο του Θουκυδίδη – Αρχαιογνώμων.

Το βοιωτικό φλογοβόλο

Ευθύς κατόπιν, οι Βοιωτοί προσεκάλεσαν από τον Μαλιακόν κόλπον ακοντιστάς και σφενδονιστάς. Ήλθαν επίσης μετά την μάχην εις βοήθειάν των δύο χιλιάδες Κορινθίων οπλιτών, και η Πελοποννησιακή φρουρά, η οποία είχεν εκκενώσει την Νίσαιαν, και συγχρόνως μερικοί Μεγαρείς.

Με τον στρατόν των, ενισχυμένον κατ’ αυτόν τον τρόπον, εβάδισαν εναντίον του Δηλίου, του οποίου προσέβαλαν το οχύρωμα, και κατόπιν άλλων μέσων επιθέσεως, τα οποία εδοκίμασαν, έφεραν πλησίον του τείχους και κάποιαν μηχανήν, με την οποίαν κατώρθωσαν πράγματι και να το κυριεύσουν.

Δια να κατασκευάσουν την μηχανήν αυτήν, έσχισαν με το πριόνι μεγάλην δοκόν κατά μήκος, και, αφού εκοίλαναν απ’ άκρου εις άκρον τα δύο μέρη της, συνήρμοσαν αυτά πάλιν με μεγάλην ακρίβειαν ως αυλόν. Εις την μίαν άκραν εκρέμασαν με αλυσίδας λέβητα, εντός του οποίου διηυθύνετο το σιδηρούν κωνοειδές άκρον ενός μεγάλου φυσερού που κατέβαινεν επίσης από το ίδιον άκρον της δοκού, της οποίας το ξύλον ητο ωσαύτως επενδυμένον με σίδηρον εις μεγάλην έκτασιν.

Μια απόδοση του βοιωτικού φλογοβόλου – Πηγή ο αναγραφόμενος ιστότοπος.

Την μηχανήν αυτήν, τοποθετημένην επάνω εις άμαξας, έφεραν από μακρυνήν απόστασιν εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, όπου δια την κατασκευήν του είχαν χρησιμοποιήσει προ πάντων ξύλα και κλήματα αμπέλου, και οσάκις έφθανε πλησίον, ετοποθέτουν μεγάλα φυσερά εις το προς το μέρος των άλλο άκρον της δοκού και εφυσούσαν.

Το φύσημα, διερχόμενον από τον καλώς κλεισμένον αυλόν, έφθανεν εις τον λέβητα, γεμάτον από αναμμένα κάρβουνα και θείον και πίσσαν και ανέδιδε φλόγα μεγάλην, η οποία μετέδιδε το πυρ εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, εις τρόπον ώστε κανείς δεν ημπορούσε πλέον να μείνη επάνω εις αυτό, αλλά το εγκατέλειψαν όλοι και ετράπησαν εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως το οχύρωμα εκιριεύθη. Από τους άνδρας της φρουράς μερικοί εφονεύθησαν και διακόσιοι ηχμαλωτίσθησαν. Οι λοιποί, οι και περισσότεροι, εισήλθαν εις τα πλοία και μετεφέρθησαν εις τα ίδια.

2η Προσπάθεια Απόδοσης του φλογοβόλου από το κείμενο του Θουκυδίδη – Αρχαιογνώμων

Το Δήλιον ανακατελήφθη την δεκάτην εβδόμην ημέραν μετά την μάχην. Όταν ο κήρυξ, τον οποίον είχαν στείλει οι Αθηναίοι, ήλθε μετ’ ολίγον πάλιν δια να ζητήση τους νεκρούς, χωρίς να γνωρίζη την ανακατάληψιν, οι Βοιωτοί, αντί να επαναλάβουν την προηγουμένην απάντησιν, επέτρεψαν την παραλαβήν των. Αι απώλειαι των Βοιωτών κατά την μάχην ήσαν νεκροί σχεδόν πεντακόσιοι και των Αθηναίων όχι ακριβώς χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης, ως και μεγάλος αριθμός ψιλών στρατιωτών και σκευοφόρων.

Ολίγον μετά την μάχην αυτήν, ο Δημοσθένης, ο οποίος είχε πλεύσει, ως ελέχθη ήδη, δια να καταλάβη τας Σίφας, αλλ’ απέτυχεν, ενήργησε δια του στόλου απόβασιν εις την Σικυωνίαν, επί κεφαλής τετρακοσίων Αθηναίων οπλιτών και στρατού αποτελουμένου από Ακαρνάνας και Αγραίους. Αλλά πριν καταπλεύσουν όλα τα πλοία, οι Σικυώνιοι έσπευσαν προς άμυναν, νίκησαν όσους είχαν ήδη αποβιβασθή και τους κατεδίωξαν μέχρι των πλοίων, φονεύσαντες εν μέρος και αιχμαλωτίσαντες τους άλλους. Ακολούθως έστησαν τρόπαιον και παρεχώρησαν βραχείαν ανακωχήν, προς παραλαβήν των νεκρών του εχθρού.

Συγχρόνως περίπου με τα γεγονότα του Δηλίου, ο Σιτάλκης,ο βασιλεύς των Οδρυσών, εκστρατεύσας κατά των Τριβαλλών, ενικήθη κατά την γενομένην μάχην και απέθανε. Ο Σεύθης, υιός του Σπαραδόκου, τον διαδέχθη, ως ανεψιός του εις την βασιλείαν και των Οδρυσών και της λοιπής Θράκης επί της οποίας εξετείνετο η αρχή του Σιτάλκους.

 

ΑΡΧΑΙΟ ΔΗΛΙΟΝ

Γεωγραφική θέση και ονομασία

Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, η θέση του αρχαίου Δηλίου βρισκόταν στα ανατολικά παράλια της Βοιωτίας, στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Τανάγρας και σε μικρή απόσταση από τα αρχαία σύνορα της Βοιωτίας με την Αττική και τον Ωρωπό. Στο αρχαίο Δήλιον βρισκόταν το ιερό του Δηλίου Απόλλωνα, αφίδρυμα του μεγάλου Ιερού του Απόλλωνα στην Δήλο. Σήμερα, η θέση του αρχαίου Δηλίου τοποθετείται με βεβαιότητα στον σύγχρονο παράλιο οικισμό Δήλεσι, του οποίου το τοπωνύμιο είναι δημιούργημα των αλβανόφωνων παλαιών κατοίκων της περιοχής και προέρχεται από την αρχαία ονομασία Δήλιον.

 

Ιστορία και ανασκαφές

Το Δήλιον ανήκε στην αρχαία Ταναγραϊκή και αποτελούσε ένα από τα επίνεια της σημαντικότερης πόλης της, της Τανάγρας.

Ο παράλιος οικισμός που αναπτύχθηκε στην θέση αυτή, γνώρισε μεγάλη άνθηση στην κλασική περίοδο λόγω του ιερού, κυρίως όμως από τον 1ο έως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα με την μαρτυρία των πρόσφατων σχετικά αρχαιολογικών καταλοίπων (εικ. 1).

Οι πρώτες αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έγιναν από τον Α. Brown το 1905-1906. Σύμφωνα με την σύντομη αναφορά του, η χρήση αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών για κατασκευή σύγχρονης προβλήτας μήκους 30 μ., μαρτυρεί την προέλευσή τους από αρχαίο κτίσμα, το οποίο θα βρισκόταν εκεί κοντά.

 

Το ιερό του Δηλίου Απόλλωνος

Οι νεότερες έρευνες έγιναν από την Θ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων με την μορφή σωστικών ανασκαφών. Συγκεκριμένα, τα έτη 1982-1983 αποκαλύφθηκαν κατά μήκος της παραλίας, σε μικρό βάθος, μόλις 0.40 εκατοστών από την επιφάνεια του εδάφους, τα πώρινα θεμέλια μεγάλου επιμήκους αρχαίου οικοδομήματος, σε μήκος 72,5 μέτρων και σε πλάτος 11,30 μέτρων (εικ. 2). Τα θεμέλια του κτηρίου συνεχίζονταν μέσα στη θάλασσα, σε μήκος 25 μέτρων περίπου, ήταν όμως έντονα διαβρωμένα, σχεδόν διαλυμένα. Το συνολικό μήκος του κτηρίου υπολογίζεται σε 106-111 μέτρα και το πλάτος του σε 15,80 μέτρα και ταυτίζεται με την μία από τις μεγάλες στοές του Ιερού του Δηλίου Απόλλωνος, αυτήν που όριζε την βόρεια πλευρά του. Η χρονολογία ίδρυσης του Ιερού αυτού ανάγεται στο μέσον του 5ο π.Χ. αιώνα. Η διάρκεια όμως χρήσης του συνεχίζεται τουλάχιστον μέχρι και τον 6ο αιώνα μ.Χ. που κατασκευάστηκε λιθορριπή πλάτους 5 μ. και μήκους 37 μ. στα δυτικά της στοάς, με φορά Β.-Ν. για την προστασία της από την άνοδο της θάλασσας.

Στο ιερό του Δηλίου Απόλλωνος διεξαγόταν αγώνας προς τιμήν του θεού, ο οποίος είχε καθιερωθεί από τους Βοιωτούς μετά την μάχη του Δηλίου, το 424 π.Χ. Η τελευταία αναφορά του αγώνα γίνεται σε επιγραφή του 3ου μ.Χ. αιώνα, η οποία αποτελούσε κατάλογο εφήβων και βρέθηκε το 2001 στον λόφο Αγριλέζα, σε δεύτερη χρήση, ως καλυπτήρια λακκοειδούς τάφου παλαιοχριστιανικών χρόνων.

Οι εορτές στο ιερό του Δηλίου Απόλλωνος είχαν μεγάλη θρησκευτική και πολιτική σημασία για τους Βοιωτούς και κυρίως για τους Ταναγραίους, στους οποίους κυρίως ανήκε η διαχείρισή του, και συγκέντρωναν μεγάλο πλήθος προσκυνητών.

Το 1983 αποκαλύφθηκε σε επίπεδο θεμελίωσης, με την αφορμή μιας καταστροφής, η οποία προκλήθηκε από αυθαίρετες εργασίες σε κεντρικό οικόπεδο του σύγχρονου οικισμού, μια κυκλική κατασκευή από πώρινους δόμους, εσωτερικής διαμέτρου 7,40 μέτρων . Στα μπάζα της παράνομης εκσκαφής βρέθηκαν 6 μαρμάρινοι λουτήρες διαστάσεων 1,22 Χ 0,71 Χ 0,58.

Η κατασκευή ταυτίζεται με δημόσιες λουτρικές εγκαταστάσεις, η χρονολόγηση των οποίων ανάγεται πιθανότατα στην πρωτοβυζαντινή περίοδο βάσει παραλλήλων κυρίως αλλά και βάσει της ελάχιστης κεραμικής που είχε απομείνει μετά την καταστροφή τους.

Μία ακόμη ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε τα έτη 1992-1993, με αφορμή τις εργασίες ανέγερσης κτηρίου από τον ΟΤΕ, εντός ιδιόκτητου οικόπεδου του, επί των οδών Οδυσσέως και Εκάβης, σε κοντινή απόσταση από την παραλία όπου είχε ανασκαφεί το στωικό οικοδόμημα.

Η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως μεγάλο συγκρότημα καταστημάτων και αποθηκών εμπορικού χαρακτήρα, με μεγάλο αριθμό εντοιχισμένων αρχιτεκτονικών μελών και μιας επιγραφής του 2ου αιώνα π.Χ., η οποία αποτελούσε απόδοση λογαριασμών ενός αγωνοθέτη, υπεύθυνου για την διοργάνωση των αγώνων των Δηλίων. Τα κατάλοιπα της ανασκαφής αυτής χρονολογούνται από τον 2ο μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα με την νομισματική μαρτυρία. Μια πολύ μικρή συνέχεια των συγκεκριμένων καταλοίπων αποκαλύφθηκε τα έτη 2001-2004 σε όμορο οικόπεδο.

 

Νεκροταφεία

Νεκροταφεία ρωμαϊκών και υστερορωμαϊκών χρόνων έχουν εντοπιστεί στα παράλια του οικισμού, στη θέση Πλάκα το 2001, στην περιοχή της εκκλησίας της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, καθώς και στον λόφο Αγριλέζα το 1972 και τα έτη 2000-2002, με αφορμή μια λαθρανασκαφή στον χώρο (εικ. 5). Η ανασκαφή έφερε στο φώς εκτεταμένο νεκροταφείο με διάρκεια ζωής από τους κλασικούς χρόνους έως τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ο μεγαλύτερος όμως αριθμός των τάφων ανήκουν στην περίοδο από τον 4ο μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ. Οι τάφοι κατατάσσονται τυπολογικά σε κτιστούς κιβωτιόσχημους, κεραμοσκεπείς, λακκοειδείς, εγχυτρισμούς σε κυψέλες και σε καμαροσκεπείς, οι οποίοι απαντούν μόνο στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο. Από τους 48 τάφους που ανασκάφηκαν στην Αγριλέζα, οι 34 ήταν κτερισμένοι ή περιείχαν υπολείμματα κτερισμάτων μετά την σύλησή τους. Ακτέριστοι ήταν 14. Πολλαπλούς ενταφιασμούς περιείχαν 19 κιβωτιόσχημοι τάφοι (από 2 έως και 12 νεκρούς). Οι τάφοι αυτοί φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν για περισσότερες από μία γενιές. Οι λακκοειδείς, οι κεραμοσκεπείς και οι εγχυτρισμοί περιείχαν από έναν νεκρό. Η κεραμική τους παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σχημάτων κυρίως κλειστών μικρών αγγείων (οινοχόες, uguentaria, ληκύθια, αμφορίσκοι, κύπελλα, λύχνοι) και αποτελεί πιθανότατα προϊόν τοπικού εργαστηρίου.

Το 1996, κατά τη διάρκεια εργασιών του ΟΤΕ για την εγκατάσταση υπογείων καλωδίων, αποκαλύφθηκε σε βάθος 1 μ. από την επιφάνεια του οδοστρώματος της οδού Οδυσσέως, μεγάλος ορθογώνιος κεραμικός κλίβανος, υστερορωμαϊκών χρόνων (εικ. 6). Ο θάλαμος του κλιβάνου είχε διαστάσεις εξωτερικές 4,25Χ3 μ. και αποτελείτο από μία τοξωτή είσοδο πλάτους 0,85 μ. και ύψους 1,15 μ. Είχε συνολικό ύψος 1,40 μ. και διαμορφωνόταν σε δύο σήραγγες, πλάτους 0,75 μ., κατασκευασμένες από 7 τόξα εκάστη. Τα άκρα των τόξων πατούσαν στους εξωτερικούς επιμήκεις τοίχους του θαλάμου και σε κεντρικό τοιχίο στο μέσον του θαλάμου. Στα άκρα του θαλάμου δημιουργούνταν δύο κατά πλάτος διάδρομοι, οι οποίοι επικοινωνούσαν με τις σήραγγες. Η όλη κατασκευή ήταν πλίνθινη. Η είσοδος του θαλάμου βρισκόταν στα ανατολικά του και καλυπτόταν με εγκάρσιο τόξο μέχρι την τρίτη σειρά των διπλών τόξων. Το δάπεδο του κλιβάνου ήταν από πηλό και έφερε έντονα ίχνη καύσης. Το συνολικό ύψος του θαλάμου ήταν 1.40 μ.

 

Κεραμικοί Κλίβανοι

Επί της ίδιας οδού, σε ιδιόκτητο οικόπεδο, αποκαλύφθηκαν τα έτη 2006-2009, 5 ακόμη κεραμικοί κλίβανοι, ένα πηγάδι για παροχή νερού, απόθεση πηλού και δωμάτιο το οποίο χρησίμευε πιθανότατα ως αποθηκευτικός χώρος. Τα παραπάνω αποδεικνύουν την χρήση του χώρου ως εκτεταμένου κεραμικού εργαστηρίου κατασκευής εμπορικών οξυπύθμενων αμφορέων, σύμφωνα με τα ευρήματα της ανασκαφής. Μέρος του εργαστηρίου αυτού αποτελούσε και ο πρώτος κλίβανος που βρέθηκε το 1996.

Ο ένας από τους κλιβάνους του οικοπέδου, ο κλίβανος Ι, ήταν παρόμοιας κατασκευής με τον πρώτο ευρεθέντα κλίβανο αλλά λίγο μεγαλύτερου μεγέθους (5,45 μ. Χ 5,50 μ.). Η είσοδός του είχε άνοιγμα πλάτους 1,22 μ. και ο θάλαμος καύσης του αποτελείτο επίσης από δύο σήραγγες στεγασμένες με τόξα. Ως οπές εσχάρας φαίνεται να χρησίμευαν σε όλους αυτούς τους κλιβάνους τα κενά μεταξύ των τόξων τους. Στα νότια του κλιβάνου Ι βρέθηκε ο δεύτερος ορθογώνιος κλίβανος, ο IV, μικρότερων διαστάσεων, 3,30Χ 3,60 μ. και με άνοιγμα εισόδου 1,12 μ. Ο τρίτος κλίβανος, ο V, ορθογώνιος κι αυτός, είχε διαστάσεις 6,20 Χ 1,60 και η συνέχειά του βρίσκεται κάτω από το οδόστρωμα της Οδυσσέως. Όλοι οι ορθογώνιοι κλίβανοι είναι σύγχρονοι και χρονολογούνται από τα προϊόντα που κατασκευάζονταν σε αυτούς στον 4ο με 5ο αιώνα μ.Χ. (εικ. 7). Από την άφθονή θραυσμένη κεραμική της ανασκαφής συγκολλήθηκαν αρκετοί οξυπύθμενοι εμπορικοί αμφορείς.

Οι αμφορείς ανήκουν σε διάφορες παραλλαγές του τύπου LR2. Μία από τις παραλλαγές αυτές είναι και ο καροτόσχημος αμφορέας, ο οποίος απαντάται και στην Αφρική και χρονολογείται στον 4ο μ.Χ. αιώνα. Οι υπόλοιπες παραλλαγές που βρέθηκαν στο Δήλεσι χρονολογούνται στον 5ο κυρίως αιώνα μ.Χ. Χρησίμευαν για την αποθήκευση και εμπορία λαδιού, ενώ, σε κάποιες παραλλαγές τύπων με ευρύτερο στόμιο, φαίνεται πως αποθηκεύονταν και αποξηραμένοι καρποί.

Οι άλλοι δύο κλίβανοι που βρέθηκαν στο ίδιο οικόπεδο ήταν πεταλόσχημοι και χρονολογούνται βάσει των ευρημάτων στην ελληνιστική περίοδο. Τα προϊόντα που παράγονταν σε αυτούς ήταν σύμφωνα με τα ευρήματα μικρά αγγεία, πιθανόν και ειδώλια.

Οι σωστικές έρευνες στο Δήλεσι συμπληρώνουν εν πολλοίς την τοπογραφία του αρχαίου Δηλίου δίνοντας σημαντικά στοιχεία γι’ αυτό, ως μεγάλου κέντρου κατασκευής εμπορικών αμφορέων και ως μεγάλου εμπορικού λιμανιού με μεγάλη ανάπτυξη, κυρίως κατά την ύστερη αρχαιότητα.

Οι αρχαίες λιμενικές εγκαταστάσεις θα πρέπει να έχουν καλυφθεί από την θάλασσα λόγω της ανόδου της στάθμης της, από την κλασική περίοδο μέχρι και σήμερα, κατά 1,5 μέτρο, ενώ η αρχαία ακτογραμμή θα πρέπει να βρισκόταν σε απόσταση 40-50 μ. βορειότερα από την σημερινή.

Δήλεσι, εργαστήρια κεραμικής της ύστερης ρωμαϊκής εποχής.

Η ανασκαφή στο οικόπεδο Α. Καββά στη συμβολή των οδών Οδυσσέως και Αρτέμιδος άρχισε το 2006. Βρέθηκε κεραμικό εργαστήριο που περιλαμβάνει πέντε κεραμικούς κλι- βάνους, ένα πηγάδι για την παροχή νερού και ένα ορθογώνιο δωμάτιο, που σχετίζεται με το εργαστήριο, πιθανότατα ως αποθηκευτικός χώρος  Το οικόπεδο έδωσε άφθονη κεραμική υστερορωμαϊκών χρόνων, κυρίως οξυπύθμενους αμφορείς που θα κατασκευάζονταν στους αποκαλυφθέντες κλιβάνους I, IV και V. Επί- σης, βρέθηκαν πολλά πήλινα στηρίγματα για την όπτηση των αγγείων, καθώς και αμφίκοιλα, εκ των οποίων πολλά ενεπίγραφα, στηρίγματα για το στέγνωμα ή την έκθεση των αγγείων. Τέλος, βρέθηκαν αρκετά χάλκινα νομίσματα και λίγα ασημένια.

Η σημαντική εργαστηριακή δραστηριότητα στο αρχαίο Δήλιον δηλώνεται από τη συνεχή παρουσία στον ίδιο χώρο εργαστηρίου από την ελληνιστική έως την υστερορωμαϊκή εποχή.

ΠΗΓΕΣ:

Αρχαιογνώμων

Θουκυδίδης, 4ο βιβλίο

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Γ1, Κλασικός ελληνισμός

https://nikostopouzis.blogspot.gr/

Πανοράμιον

https://thiva-nikolas.blogspot.gr, από το Ίδρυμα Μείζονος ΕλληνιστμούΑΠΟ ΤΟ ΙΔΡ. ΜΕΙΖ. ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (Θ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων)

https://thespiakaistorika.blogspot.gr/