Μενού Κλείσιμο

Το έργο του Θουκυδίδη θεωρείται από τους μελετητές διαχρονικής αξίας και όχι απλώς ένα εντυπωσιακό, αλλά προσωρινό, ακρόαμα.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή του είναι ελάχιστες και προέρχονται κυρίως από διάσπαρτες αναφορές του ίδιου του συγγραφέα. Ο πατέρας του, Όλορος, καταγόταν από τον δήμο του Αλίμου, και η οικογένειά του κατείχε δικαιώματα στα χρυσωρυχεία της Σκαπτής Ύλης, κοντά στην Αμφίπολη. Το 424 π.Χ., ο Θουκυδίδης εκλέχθηκε στρατηγός από τους Αθηναίους και ανέλαβε αποστολή με επτά τριήρεις για να παρακολουθεί τις κινήσεις του Βρασίδα, του Σπαρτιάτη στρατηγού που απειλούσε την Αμφίπολη. Ο Βρασίδας, γνωρίζοντας την παρουσία του Θουκυδίδη στη Θάσο, ενήργησε άμεσα και πρότεινε ευνοϊκούς όρους παράδοσης στους κατοίκους, με αποτέλεσμα ο Θουκυδίδης να φτάσει πολύ αργά για να αποτρέψει την κατάληψη της πόλης, καταφέρνοντας μόνο να διασώσει το λιμάνι της. Η πτώση της Αμφίπολης, σημαντικής στρατηγικά για τους Αθηναίους, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην Αθήνα, και ο Θουκυδίδης κατηγορήθηκε για προδοσία και εξορίστηκε. Έτσι, κατέφυγε στα κτήματά του στη Σκαπτή Ύλη, όπου έζησε περίπου είκοσι χρόνια. Κατά την εξορία του ταξίδεψε στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο, ενώ επέστρεψε στην Αθήνα μετά την πτώση των Τριάκοντα Τυράννων, μόνο για να αναχωρήσει ξανά στη Σκαπτή Ύλη, όπου συνέχισε το συγγραφικό του έργο έως τον θάνατό του υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Η αφήγησή του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, που καλύπτει την περίοδο από το 431 έως το 411 π.Χ., διακόπτεται απότομα, αφήνοντας το έργο του ημιτελές. Το χρονικό διάστημα από το 411 έως το 404 π.Χ. συμπληρώθηκε αργότερα από τον Ξενοφώντα στα «Ελληνικά». Ο Θουκυδίδης επηρεάστηκε από την ιατρική μεθοδολογία του Ιπποκράτη, υιοθετώντας μια διαδικασία δύο σταδίων: αρχικά κατέγραφε τα συμπτώματα (ή τα γεγονότα), και έπειτα, μελετώντας τις ομοιότητες, τα ομαδοποιούσε, ώστε να εντοπίσει τις αιτίες τους. Αυτή την προσέγγιση χρησιμοποίησε όχι μόνο για να περιγράψει την επιδημία που έπληξε την Αθήνα, αλλά και για να αναλύσει τα στρατηγικά γεγονότα του πολέμου. Η σκέψη του διαμορφώθηκε από τη Σοφιστική κίνηση, που τον δίδαξε να εξετάζει τα γεγονότα χωρίς προκαταλήψεις και να εφαρμόζει τη λογική στην ανάλυση πολιτικών και ηθικών ζητημάτων. Με αυτό τον τρόπο, συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση της σκέψης που χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό, μέσα από την καταγραφή της σύγκρουσης Αθηναίων και Σπαρτιατών.

Ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρεί τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ως τη μεγαλύτερη σύγκρουση που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα, καθώς επηρέασε καθοριστικά όλον τον ελληνικό κόσμο. Ο πόλεμος, με κάποιες διακοπές, διήρκεσε από το 431 έως το 404 π.Χ. και ολοκληρώθηκε με τη συντριπτική ήττα της Αθήνας.

Η πρώτη φάση του πολέμου, γνωστή ως «Αρχιδάμειος Πόλεμος» (431–421 π.Χ.), περιλαμβάνει σημαντικά γεγονότα όπως:

  • την επιδημία που αποδεκάτισε την Αττική το 430 π.Χ.,
  • την αθηναϊκή κατάληψη της Πύλου το 425 π.Χ.,
  • τη μάχη στην Αμφίπολη το 424 π.Χ., που έληξε χωρίς ξεκάθαρο νικητή,

και την υπογραφή της Νικίειας ειρήνης το 421 π.Χ., που προέβλεπε ανταλλαγή αιχμαλώτων και ειρήνη 50 ετών.

Η δεύτερη περίοδος (415–413 π.Χ.) συνδέεται με την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία, που έγινε ύστερα από την επικράτηση των πολεμοχαρών παρατάξεων και την επιρροή του Αλκιβιάδη, ο οποίος όμως, κατηγορούμενος για ιεροσυλία, κατέφυγε στη Σπάρτη και με τις συμβουλές του συνέβαλε καθοριστικά στην καταστροφή των Αθηναίων στις Συρακούσες.

Η τρίτη φάση, γνωστή ως «Δεκελεικός – Ιωνικός Πόλεμος» (413–404 π.Χ.), χαρακτηρίζεται από την κατάληψη της Δεκέλειας, κοντά στην Αθήνα, από τους Σπαρτιάτες, ύστερα από παρότρυνση του Αλκιβιάδη. Αντιμέτωποι με την ισχυρή αθηναϊκή ναυτική δύναμη, οι Πελοποννήσιοι στράφηκαν προς τους Πέρσες για βοήθεια ώστε να συγκροτήσουν αξιόλογο στόλο. Κορυφαία γεγονότα της περιόδου ήταν:

  • η αθηναϊκή νίκη στις Αργινούσες το 406 π.Χ.,
  • η σπαρτιατική νίκη στους Αιγός ποταμούς το 405 π.Χ.,

και η ειρήνη του 404 π.Χ., που επέβαλε στους Αθηναίους να γκρεμίσουν τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιά, να περιορίσουν τον στόλο τους σε 12 πλοία, να δεχθούν πίσω τους εξόριστους ολιγαρχικούς και να συμμαχήσουν με τους Σπαρτιάτες.

Ο πόλεμος αυτός διαμόρφωσε δύο μεγάλες παρατάξεις που συμπεριέλαβαν σχεδόν όλες τις ελληνικές πόλεις. Στο πλευρό της Αθήνας τάχθηκαν πόλεις όπως οι Πλαταιές, οι περισσότερες πόλεις της Θεσσαλίας, της Ακαρνανίας, η Ναύπακτος, η Λέσβος, η Χίος, νησιά του Αιγαίου, καθώς και πόλεις στη Σικελία, την Κάτω Ιταλία και την Ιωνία. Παρότι οι χερσαίες δυνάμεις των Αθηναίων ήταν μικρότερες (περίπου 32.000 άντρες έναντι 60.000–100.000 των αντιπάλων τους), η ναυτική τους υπεροχή με περισσότερες από 300 τριήρεις και τα οικονομικά τους αποθέματα από τη Δηλιακή Συμμαχία, τους έδιναν πλεονέκτημα.

Στο στρατόπεδο της Σπάρτης συσπειρώθηκαν η Κόρινθος, οι περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις (εκτός από Άργος και Αχαΐα), τα Μέγαρα, οι περισσότερες πόλεις της Βοιωτίας (εκτός των Πλαταιών), περιοχές όπως η Αιτωλία, η Φωκίδα, η Αμβρακία, καθώς και πόλεις στη Λευκάδα, τον Τάραντα και τις Συρακούσες. Η δύναμη των Σπαρτιατών εστιάζονταν στο ισχυρό πεζικό τους και σε ικανό ιππικό, ενώ ο ναυτικός τους στόλος, κυρίως από την Κόρινθο, διέθετε περίπου 200 τριήρεις. Η οικονομική τους αδυναμία αντισταθμίστηκε από τη στήριξη πολλών πόλεων που επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την αθηναϊκή κυριαρχία.

 

Στρατηγική Εξουθένωσης

Η στρατηγική εξουθένωσης αποτελεί μια τακτική που συνήθως επιλέγεται από τον ασθενέστερο έναντι ενός ισχυρότερου αντιπάλου. Βασικός της άξονας είναι η αποφυγή, με κάθε κόστος, μιας αποφασιστικής μάχης και η διατήρηση των δυνάμεων του αμυνόμενου. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η καταστροφή του αντιπάλου επιδιώκεται μέσω σταδιακής και συχνά έμμεσης φθοράς, η οποία προκύπτει από την παράταση της διάρκειας των επιχειρήσεων. Στόχος αυτής της παράτασης είναι η εξάντληση του αντιπάλου και η επίτευξη της νίκης είτε μέσω της ηθικής και οικονομικής του κατάρρευσης, είτε μέσω της ανικανότητάς του να διατηρήσει την εφοδιαστική υποστήριξη των δυνάμεών του.

Η συγκεκριμένη στρατηγική αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της υψηλής στρατηγικής των Αθηνών κατά τη διάρκεια εκείνης της φάσης του Πελοποννησιακού Πολέμου που τελούσαν υπό την ηγεσία του Περικλή. Ο Αθηναίος στρατηγός, αναγνωρίζοντας την υπεροχή των Σπαρτιατών στο πεζικό, προέτρεπε επανειλημμένα τους συμπολίτες του να αποφύγουν μια κατά μέτωπο σύγκρουση με το Πελοποννησιακό πεζικό και να επικεντρωθούν στη διατήρηση της ναυτικής κυριαρχίας της Αθήνας. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανσή του:

«Πρέπει εγκαταλείποντας την ύπαιθρο και τα σπίτια μας εκεί, να υπερασπιστούμε την κυριαρχία στη θάλασσα και την πόλη μας, και να μη δίνουμε αποφασιστική μάχη με τους Πελοποννησίους.»

«Ο Περικλής, που ήταν και τότε στρατηγός, εξακολουθούσε να έχει την ίδια γνώμη, όπως και κατά την προηγούμενη εισβολή, δηλαδή να μη βγουν οι Αθηναίοι να δώσουν μάχη».

 

Στρατηγική Εκμηδένισης

Η στρατηγική της εκμηδένισης αποτελεί μία στρατηγική κατά την οποία η νίκη επιτυγχάνεται κυρίως με την καταστροφή του αντιπάλου στρατού μέσω μίας αποφασιστικής μάχης. Γράφει ο Θουκυδίδης: «έναν αγώνα του κύριου σώματος, στον οποίο δεσμεύεται το πλείστο των προσπαθειών για μια πραγματική νίκη». Αν και αυτή αποτελεί την πιο αιματηρή λύση, η εκμηδένιση δεν προκύπτει, απαραίτητα, από τη φυσική εξόντωση ή την αιχμαλωσία των αντιπάλων δυνάμεων καθώς σύμφωνα με τον Θουκυδίδη «δεν είναι καθαρός και απλός αλληλοσκοτωμός, και το επακόλουθό της αποβλέπει περισσότερο στο να σκοτωθεί το θάρρος παρά στο να σκοτωθούν εχθροί στρατιώτες.»

Κατά τα πρώτα έτη του Πελοποννησιακού Πολέμου οι Σπαρτιάτες ήταν αυτοί, που, στηριζόμενοι στο ισχυρό πεζικό τους προσπαθούσαν να προκαλέσουν τις Αθηναϊκές δυνάμεις σε μία αποφασιστική μάχη με κάθε τρόπο:

«Όταν είδαν το στρατό των Λακεδαιμονίων να είναι στις Αχαρνές και να απέχει εξήντα στάδια από την πόλη, οι Αθηναίοι κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να εξακολουθήσουν να το ανέχονται αλλά, όπως είναι ευνόητο, τους φαινόταν φοβερό να ρημάζεται η γη τους μπροστά στα μάτια τους, γι’ αυτό και έκριναν όλοι, και προπαντός οι νέοι, ότι έπρεπε να βγουν να πολεμήσουν και να μην το ανέχονται άλλο.»

Με την εγκατάλειψη όμως της ακολουθούμενης από τον Περικλή στρατηγικής εξουθένωσης, είναι πια οι Αθηναίοι εκείνοι που θα επιδιώξουν την εκμηδένιση του αντιπάλου σε κάθε επίπεδο:

«Εάν οι επιχειρήσεις εκείνες [η υποταγή των Σικελών, των Ελλήνων της Ιταλίας και των Καρχηδονίων], όλες ή έστω οι περισσότερες, επιτύγχαναν, σκοπεύαμε να επιτεθούμε αμέσως στην Πελοπόννησο. Κι’ ακόμη, ναυπηγώντας πολλές τριήρεις θα αποκλείαμε την Πελοπόννησο από παντού, και, συγχρόνως, με επιθέσεις του πεζικού από την ξηρά, άλλες πόλεις θα τις κυριεύαμε με εφόδους κι άλλες θα τις αποκλείαμε με περιτείχιση, ελπίζοντας ότι έτσι θα σας καταβάλλαμε εύκολα και ότι μετά θα κυριαρχούσαμε και σε όλο τον Ελληνικό κόσμο.»

Όμως τα σχέδιά τους αυτά δεν ευοδώθηκαν μια και στη Σικελία αντιμετώπισαν μία άλλη καταστρεπτική για αυτούς αποφασιστική μάχη, από έναν αντίπαλο που είχαν αρχικά υποτιμήσει δραματικά, έτσι ώστε:

«νικήθηκαν κατά κράτος σε όλα, και σε κανένα σημείο το κακοπάθημά τους δεν ήταν μέτριο, αλλά ακριβώς ό,τι λέμε πανωλεθρία – από το στρατό ξηράς, από τα πλοία, από τα πάντα δεν έμεινε τίποτα που να μη χαθεί, και λίγοι μόνο από τόσο πολλούς γύρισαν στα σπίτια τους. Αυτά έγιναν στη Σικελία.»

Η στρατηγική εκμηδένισης βασίζεται στη διεξαγωγή μιας αποφασιστικής σύγκρουσης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα. Στην περίπτωση της θάλασσας, η αντίστοιχη έννοια είναι η «σύγκρουση στόλου με στόλο», δηλαδή μια μετωπική και μεγάλης κλίμακας ναυμαχία σε ανοιχτή θάλασσα ανάμεσα σε ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Πρόκειται για μια καθαρά επιθετική στρατηγική, που επιδιώκει να κρίνει το αποτέλεσμα του πολέμου μέσα από μία και μόνη αποφασιστική ναυτική σύγκρουση. Στο έργο του Θουκυδίδη, το μοντέλο αυτής της μετωπικής ναυμαχίας αναδεικνύεται σε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Μία σε αυτή της ναυμαχίας της Μυκάλης και μία στης Μιλήτου:

«Όταν τούτος ο αναβρασμός έφθασε στα αυτιά του Αστυόχου και των άλλων συμμάχων στρατηγών και έκριναν σε πολεμικό συμβούλιο ότι έπρεπε να δώσουν την αποφασιστική ναυμαχία βγήκαν με όλα τα πλοία , εκατόν δώδεκα τον αριθμό, και κατευθύνθηκαν στη Μυκάλη.»

«Οι Αθηναίοι, ενισχυμένοι με τούτα τα πλοία, πλέουν τώρα αυτοί εναντίον της Μιλήτου με εκατόν οχτώ πλοία για να δώσουν την αποφασιστική ναυμαχία.»

 

Απόρριψη κατευνασμού

Η πολιτική κατευνασμού είναι μια μορφή εξωτερικής πολιτικής κατά την οποία μια χώρα προβαίνει σε πολιτικές ή και υλικές παραχωρήσεις προς έναν (εν δυνάμει) αντίπαλο, με στόχο την αποτροπή μιας επικείμενης σύγκρουσης. Ωστόσο, η ανοχή απέναντι σε επιθετικές ενέργειες, η ατιμωρησία που συνοδεύει αυτές τις ενέργειες, καθώς και η αδράνεια απέναντι στη διαρκή επιθετικότητα, ενθαρρύνουν τον επιτιθέμενο, καλλιεργώντας υπέρμετρη αυτοπεποίθηση που οδηγεί συχνά σε περαιτέρω κλιμάκωση της επιθετικότητάς του.

Η έννοια της πολιτικής Κατευνασμού και η ξεκάθαρη επακόλουθη απόρριψή της εμφανίζεται στο έργο του Θουκυδίδη, ο οποίος καθιστά σαφές ότι:

«Με τον πόλεμο η ειρήνη εξασφαλίζεται περισσότερο, ενώ το να μην πολεμήσεις δεν είναι εξίσου ακίνδυνο.»

«Διότι όσοι έχουν την ευχέρεια της επιλογής μεταξύ πολέμου και ειρήνης και κατά τα άλλα ευτυχούν θα έκαναν καθαρή ανοησία εάν προτιμούσαν να πολεμήσουν. εάν ήσαν όμως αναγκασμένοι ή να υποχωρήσουν αμέσως και να υποταχθούν σε άλλους ή να ριψοκινδυνεύσουν και να υπερισχύσουν, αυτός που απέφυγε τον κίνδυνο είναι πιο αξιοκατάκριτος από αυτόν που στέκεται και τον αντιμετωπίζει.»

Η απόρριψη του Κατευνασμού αποτέλεσε βασικό συστατικό της υψηλής στρατηγικής του Περικλή, ο οποίος, μπροστά στις Σπαρτιατικές αξιώσεις για ανάκληση του Μεγαρικού ψηφίσματος ξεκαθαρίζει προς τους συμπολίτες του:

«Κι ας μη νομίσει κανένας σας ότι θα πολεμήσουμε για κάτι ασήμαντο, εάν δεν ανακαλέσουμε το ψήφισμα για τους Μεγαρείς, στο οποίο κυρίως επιμένουν οι Λακεδαιμόνιοι ισχυριζόμενοι πως εάν ανακληθεί δεν θα γίνει ο πόλεμος. Γιατί αυτό το τίποτα είναι ο γνώμονας με τον οποίο δοκιμάζεται και επιβεβαιώνεται η αποφασιστικότητά σας. Εάν υποχωρήσετε, θα βρεθείτε αμέσως μπροστά σε κάποια άλλη, μεγαλύτερη, απαίτησή τους, διότι θα νομίσουν ότι από φόβο υποκύψατε. ενώ αν απορρίψετε αποφασιστικά τις αξιώσεις τους, θα τους δώσετε να καταλάβουν ότι μάλλον οφείλουν να σας συμπεριφέρονται ως ίσοι προς ίσους. Διότι μία απαίτηση, από τη μεγαλύτερη ως την πιο μικρή, όταν επιβάλλεται από άλλους στους ομοίους τους ως διαταγή, χωρίς προηγούμενη προσφυγή σε ένδικα μέσα, ισοδυναμεί με υποδούλωση.»

Παρόμοια όμως στάση απέναντι στη εχθρική επιθετικότητα τηρεί και το αντίπαλο στρατόπεδο μια που γνωρίζει καλά ότι:

«οι Αθηναίοι, συνήθως εκστρατεύουν πιο αδίστακτα εναντίον όποιου μένει αδρανής και περιορίζεται σε άμυνα στο δικό του έδαφος, ενώ με εκείνον που βγαίνει από τα σύνορά του και, εάν παρουσιαστεί ευκαιρία αρχίζει πρώτος τη σύγκρουση, συμπλέκονται λιγότερο πρόθυμα.»

«Όσο φαντάζονται ότι λόγω της δικής σας αδράνειας μένουν απαρατήρητοι, δεν ξεθαρρεύουν πολύ, όταν όμως καταλάβουν ότι εσείς τους έχετε αντιληφθεί αλλά τους ανέχεσθε, θα γίνουν πολύ επιθετικοί.»

Η πολιτική κατευνασμού συνιστά, σύμφωνα με τη Θουκυδίδεια σκέψη, ένδειξη αδυναμίας, η οποία όχι μόνο ενθαρρύνει την εχθρική επιθετικότητα, αλλά παρασύρει και μικρότερες δυνάμεις σε ανάλογη στάση, καθώς προσβλέπουν σε εύκολα και σχετικά ανώδυνα οφέλη:

«Οι Αθηναίοι πάλι, που ενθαρρύνθηκαν πολύ από την αδράνεια των Μυτιληναίων, ζήτησαν βοήθεια από τους συμμάχους, οι οποίοι έσπευδαν να ανταποκριθούν όσο έβλεπαν ότι από την πλευρά των Λεσβίων δεν εκδηλωνόταν καμία δυναμική αντίδραση.»

 

Αποφυγή Υπερεξάπλωσης

Ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος αξιοποιεί τα διαθέσιμα μέσα (πόρους) για την επίτευξη των πολιτικών του στόχων, τόσο σε περίοδο ειρήνης όσο και πολέμου, είναι ζωτικής σημασίας. Η εξασφάλιση ισορροπίας μεταξύ στόχων και πόρων κρίνεται απαραίτητη, καθώς η απουσία της εγκυμονεί τον κίνδυνο υπερεξάπλωσης — δηλαδή την επιδίωξη ουσιαστικά απεριόριστων στόχων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί που θέτουν οι υπάρχοντες πόροι.

Ο Περικλής είχε από πολύ νωρίς επιστήσει την προσοχή των Αθηναίων στην αποφυγή ενός παρόμοιου ολισθήματος, διαβεβαιώνοντάς τους:

«Θα υπερισχύσουμε, αρκεί να μη θελήσετε ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή του πολέμου να επεκτείνετε την κυριαρχία σας και να εκτεθείτε θεληματικά σε πρόσθετους κινδύνους.»

«Διότι είχε πει στους Αθηναίους ότι, εάν είχαν υπομονή, φρόντιζαν το ναυτικό τους και δεν επιδίωκαν νέες κατακτήσεις όσο διαρκούσε ο πόλεμος ούτε εξέθεταν σε κίνδυνο την πόλη, θα επικρατούσαν.»

Όμως, μετά το τέλος του Αρχιδάμειου Πολέμου και υπό την ηγεσία του Αλκιβιάδη, η Αθήνα εγκατέλειψε την ισορροπία μεταξύ μέσων και σκοπών, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο υπερεξάπλωσης. Με τη Σικελική Εκστρατεία επιδίωξε την κυριαρχία όχι μόνο στον ελληνικό κόσμο, αλλά και στη Δυτική Μεσόγειο, στοχεύοντας ουσιαστικά σε μια απόλυτη ηγεμονία.

«Και οι Αθηναίοι έστειλαν τα πλοία στους Λεοντίνους για να δοκιμάσουν μήπως ήταν δυνατόν να επιβάλουν την κυριαρχία τους και στη Σικελία.»

«Ο πραγματικός λόγος της εκστρατείας ήταν η επιθυμία τους να κατακτήσουν ολόκληρο το νησί.»

Ακόμη και τότε, ωστόσο, την ώρα που το αθηναϊκό ναυτικό ετοιμαζόταν ήδη για την εκστρατεία, τόσο ο Νικίας, ο εκλεγμένος στρατηγός που θα ηγείτο των αθηναϊκών δυνάμεων, όσο και ο Εύφημος, ο Αθηναίος πρέσβης στην Καμάρινα, προειδοποίησαν για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η απόφαση αυτή. Υπενθύμισαν τη δυσαναλογία μεταξύ του φιλόδοξου στόχου και των υπαρχόντων πόρων, τονίζοντας πως ακόμη και σε περίπτωση επικράτησης, οι δυνάμεις της Αθήνας δεν θα επαρκούσαν για να διατηρήσουν υπό τον έλεγχό τους τα κατακτημένα εδάφη:

«Υποστηρίζω δηλαδή ότι, ενώ αφήνετε πίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε εκστρατεύοντας εναντίον της Σικελίας να φέρετε εδώ και άλλους.»

«Κι είναι ανόητο να εκστρατεύσει κανείς εναντίον ανθρώπων που, εάν τους νικήσει, δεν θα τους κρατήσει στην εξουσία του, κι αν πάλι δεν κατορθώσει να τους υποτάξει, δεν θα βρίσκεται πια στην κατάσταση στην οποία ήταν προτού τους επιτεθεί.»

«Εμείς δεν είμαστε σε θέση να μείνουμε εδώ χωρίς τη δική σας υποστήριξη, κι αν διαπράτταμε το λάθος να υποτάξουμε τη Σικελία, θα αδυνατούσαμε να την κρατήσουμε λόγω της μεγάλης θαλάσσιας απόστασης και της αδυναμίας να φρουρηθούν πόλεις μεγάλες, εξοπλισμένες ως χερσαίες δυνάμεις.»

Η εγκατάλειψη της υψηλής στρατηγικής του Περικλή οδήγησε την Αθηναϊκή Δημοκρατία, μέσω της υπερεξάπλωσης, σε ένα από τα πιο ολέθρια σφάλματά της: την ανάληψη δύο ταυτόχρονων πολέμων εναντίον ισχυρών αντιπάλων, που αξιοποιούσαν πλήρως τις δυνάμεις και τους πόρους τους στον αγώνα. Τα πρώτα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν:

«Προπαντός οι Λακεδαιμόνιοι αισθανόταν τώρα κάποια αυτοπεποίθηση, διότι σκέπτονταν ότι οι Αθηναίοι είχαν διπλό πόλεμο, εναντίον τους και εναντίον των Σικελιωτών, και θα καταβάλλονταν ευκολότερα.»

Και πράγματι αυτό αποδείχθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα για τους Αθηναίους, καθώς:

«Εκείνο που τους βασάνιζε περισσότερο ήταν ότι είχαν συγχρόνως δύο πολέμους.»

 

Εσωτερική εξισορρόπηση

Ο όρος περιγράφει τη διαδικασία άντλησης πόρων από εσωτερικές πηγές, με τρόπο τέτοιο, ώστε να εξισορροπηθεί η δύναμη του αντιπάλου. Ο Θουκυδίδης αναφέρεται στην ανάγκη σωστής αξιοποίησης των εθνικών πόρων μέσω των οποίων θα αντληθεί η απαραίτητη αυτή ισχύς:

«Και συγχρόνως να αξιοποιούμε τους δικούς μας πόρους.»

«Κοιτάξτε πως με τα υπάρχοντα μέσα θα τους αντιμετωπίσετε αποτελεσματικότερα.»

Στην περίπτωση που οι εθνικοί αυτοί πόροι είναι οικονομικής φύσης, απαιτείται

«μία διαδικασία προετοιμασίας και υλοποίησης αλλαγών τέτοιων, στην οργάνωση και τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας, οι οποίες είναι απαραίτητες για την παροχή πιο αποτελεσματικής χρήσης των οικονομικών πόρων σε μια εθνική ανάγκη».

Μία τέτοια διαδικασία, η οποία ονομάζεται οικονομική κινητοποίηση, σκιαγραφείται ξεκάθαρα τόσο στην απόφαση δημιουργίας πολεμικού ταμείου από τους Αθηναίους όσο και σε άλλες περιπτώσεις:

«Επίσης αποφάσισαν να βάλουν στην άκρη χίλια τάλαντα από όσα φυλάγονταν στην Ακρόπολη και να μην τα ξοδεύουν εκτός μόνο εάν ο εχθρός επιχειρούσε επίθεση από τη θάλασσα με στόλο και η πόλη έπρεπε να αμυνθεί»

«Χρήματα που θα χρειαστούν γι’ αυτό θα συνεισφέρουμε.»

«Επειδή οι Αθηναίοι χρειάζονταν επιπλέον χρήματα για την πολιορκία συνεισέφεραν για πρώτη φορά τότε και οι ίδιοι διακόσια τάλαντα»

«Είναι ανάγκη ή να τον ανακαλέσετε [το στρατό] ή να τον ενισχύσετε με νέα όχι μικρότερη, στρατιά, με πεζικό και στόλο, και με χρήματα άφθονα, επίσης να στείλετε κάποιον να αντικαταστήσει εμένα.»

«Ο Δημοσθένης συγκέντρωνε από την Αθήνα χρήματα.»

«Συγχρόνως οι Αθηναίοι στη Σάμο, αποφάσισαν να συνεισφέρουν πρόθυμα οι ίδιοι χρήματα από την περιουσία τους και ό,τι άλλο χρειαζόταν, αφού τώρα πια τις ταλαιπωρίες δεν τις υφίστανται για χάρη άλλων αλλά γι’ αυτούς τους ίδιους.»

 

Εξωτερική εξισορρόπηση

Ένας σύμμαχος είναι πάντα πολύτιμος σε κάθε πόλεμο. Παρέχει όχι μόνο στρατεύματα, αλλά και παρενοχλεί τον εχθρό, απειλώντας σημαντικά τμήματα των συνόρων του που διαφορετικά θα ήταν ασφαλή. Η ιστορία διδάσκει ότι κανένας εχθρός δεν είναι ασήμαντος ώστε να αγνοείται, ακόμα και από μια υπερδύναμη.

Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τις δύο ισχυρότερες πόλεις-κράτη του ελληνικού κόσμου, αλλά δύο ευρείες σφαίρες επιρροής, δημιουργώντας ένα καθαρά διπολικό διεθνές περιβάλλον — τη Συμμαχία της Δήλου και τη Συμμαχία των Λακεδαιμονίων.

Ο ρόλος των συμμαχικών πόλεων επεκτείνεται στην παροχή ζωτικών οικονομικών και υλικοτεχνικών μέσων στην ηγέτιδα δύναμη στην οποία είναι προσκολλημένες, εξασφαλίζοντας έτσι την τροφοδοσία της πολεμικής μηχανής της, ενώ απολαμβάνουν την προστασία της, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από τη δήλωση των Μηλείων:

«Το έλλειμμα της δύναμης θα το αναπληρώσει σ’ εμάς η συμμαχία των Λακεδαιμονίων.»

Βασική όμως προϋπόθεση μιας τέτοιου είδους συνεργασίας αποτελεί η αξιοπιστία των δύο μερών, ένα θέμα στο οποίο, κατά τον Νικία, οι Αθηναίοι δεν επέδειξαν εξαρχής τη δέουσα προσοχή:

«Κι εμείς στο εξής να μην κάνουμε, όπως το συνηθίζουμε, συμμάχους που εάν ατυχήσουν θα πρέπει να τους βοηθήσουμε, αν όμως χρειαστούμε εμείς βοήθεια δεν θα τη λάβουμε.»

τη σκέψη του Θουκυδίδη, η άντληση πόρων από τους συμμάχους προς ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας της υπερδύναμης διακρίνεται σε τέσσερα επίπεδα: την καθαρά στρατιωτική συνδρομή, την οικονομική ενίσχυση, την ενίσχυση της εφοδιαστικής υποστήριξης και, τέλος, την έμμεση παρακώλυση του αντιπάλου. Η στρατιωτική συνδρομή μπορεί να περιλαμβάνει την εμπλοκή ολόκληρων των ενόπλων δυνάμεων της συμμαχικής πόλης στο πλευρό της ηγέτιδας δύναμης:

«Όταν τα έμαθαν αυτά οι Αθηναίοι στέλνουν τον Φαίακα μήπως πείσουν τους φίλους της Αθήνας εκεί να εκστρατεύσουν από κοινού εναντίον των Συρακουσίων, που η δύναμή τους ενισχυόταν διαρκώς.»

«Από έλλειψη εμπιστοσύνης στις δικές τους δυνάμεις οι Λακεδαιμόνιοι παίρνουν και πολλούς συμμάχους τους μαζί όταν επιχειρούν να επιτεθούν στους γείτονές τους.»

«Οι Λακεδαιμόνιοι πάλι έστειλαν πρέσβεις στους Χαλκιδείς της Θράκης και τους ζήτησαν να πολεμήσουν στο πλευρό του Περδίκκα, αλλά αυτοί αρνήθηκαν.»

«Η ίδια η Σπάρτη αντλούσε θάρρος από όλα αυτά και προπαντός από το ότι οι σύμμαχοί της στη Σικελία, τώρα που οι περιστάσεις τα είχαν φέρει έτσι ώστε να αποκτήσουν και ναυτικό, θα έρχονταν, όπως ήταν εύλογο, με μεγάλες δυνάμεις στην αρχή κιόλας της άνοιξης.»

Στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων η στρατιωτική συνδρομή αφορά χορήγηση έμψυχου δυναμικού (τόσο από τις πόλεις συμμάχους όσο και μισθοφορικών στρατευμάτων) και μέσων (πλοίων):

«Ωστόσο ο Δημοσθένης ο Αθηναίος, ανησυχώντας για την ασφάλεια της Ναυπάκτου, έρχεται στους Ακαρνάνες και τους πείθει, να βοηθήσουν τη Ναύπακτο. Και οι Ακαρνάνες στέλνουν μαζί του με τα πλοία χίλιους οπλίτες οι οποίοι μπήκαν στην πόλη και την έσωσαν.»

«Προηγουμένως έστειλε στη Ναύπακτο τον Δημοσθένη με τα σαράντα πλοία, για να συγκεντρώσει από εκείνα τα μέρη στρατό, από τους Ακαρνάνες και τους άλλους συμμάχους»

«Νομίζω λοιπόν ότι πρέπει να πάρουμε μαζί μας οπλίτες πολλούς, και δικούς μας και των συμμάχων, επίσης από τις υποτελείς πόλεις και, αν μπορέσουμε, να φέρουμε μερικούς και από την Πελοπόννησο πείθοντάς τους ή καταβάλλοντάς τους μισθό.»

«Ο Γύλιππος έφυγε προς άλλα μέρη της Σικελίας για να συγκεντρώσει στράτευμα, ναυτικό όσο και πεζικό, και συγχρόνως για να προσεταιριστεί πόλεις που είτε δεν είχαν διάθεση να βοηθήσουν είτε είχαν μείνει ακόμα εντελώς αμέτοχες σε τούτο τον πόλεμο.»

«Ο Δημοσθένης έστειλε και ζήτησε από τους συμμάχους στρατό.»

«Στο διάστημα αυτό οι Αθηναίοι έστειλαν τριάντα πλοία με αρχηγό τον Χαρικλή του Απολλοδώρου, στον οποίο είχε δοθεί εντολή να πάει στο Άργος και να ζητήσει να μπουν στα πλοία σύμφωνα με τους όρους της συμμαχίας Αργείοι οπλίτες. έστειλαν επίσης τον Δημοσθένη στη Σικελία με εξήντα πλοία των Αθηναίων και πέντε Χιακά και χίλιους διακόσιους οπλίτες, επίσης με νησιώτες, όσους περισσότερους μπόρεσαν να συγκεντρώσουν από κάθε τόπο, και από τους υπόλοιπους, τους υποτελείς, συμμάχους οτιδήποτε χρήσιμο για τον πόλεμο διέθεταν.»

«Στη Σικελία γύρισε και ο Γύλιππος στις Συρακούσες φέρνοντας στρατό, όσο περισσότερο μπόρεσε να συγκεντρώσει από τις διάφορες πόλεις τις οποίες έπρεπε να βοηθήσουν.»

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι συμμαχίες εκείνες που δύνανται να χορηγήσουν πλοία, τόσο στους Αθηναίους όσο και στους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι στην πρώτη τουλάχιστον φάση του πολέμου υστερούσαν σε ναυτικές δυνάμεις. Πόλεις όπως η Μυτιλήνη, χρησιμοποιούν αυτό το γεγονός ως διαπραγματευτικό ατού απέναντι τους:

«Ενώ εάν μας βοηθήσετε πρόθυμα θα προσθέσετε στη συμμαχία σας μία πόλη με ισχυρό ναυτικό – ακριβώς ό,τι κυρίως χρειάζεστε ακόμη-»

«Ο Ευρυμέδων έπλευσε στην Κέρκυρα και τους ζήτησε να εξοπλίσουν δεκαπέντε πλοία ενώ στρατολογούσε και οπλίτες, ο Δημοσθένης πάλι, συγκέντρωνε σφενδονιστές και ακοντιστές από τις διάφορες περιοχές της Ακαρνανίας.»

«Από αυτούς οι Χίοι δεν είχαν υποχρέωση να καταβάλουν φόρο αλλά συνεισέφεραν πλοία και συμμετείχαν στην εκστρατεία ως ανεξάρτητοι.»

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό της οικονομικής ενίσχυσης, οι εμπόλεμοι, έχοντας επίγνωση ότι η άντληση των απαραίτητων για τη διεξαγωγή του πολέμου οικονομικών πόρων συντελείται κυρίως από την δεξαμενή των συμμαχικών πόλεων, οδηγούνται στο:

«Να κρατούν με δυνατό χέρι τους συμμάχους υπό τον έλεγχό τους, γιατί τη δύναμή τους την οφείλουν στα έσοδα από αυτές τις εισφορές τους»

«Επειδή οι Αθηναίοι χρειάζονταν επιπλέον χρήματα για την πολιορκία έστειλαν στους συμμάχους δώδεκα πλοία με στρατηγούς τον Λυσικλέα και άλλους τέσσερις για να εισπράξουν χρήματα.»

«Έτσι, ο βασιλιάς τους Άγις συγκέντρωσε χρήματα από τους συμμάχους για το ναυτικό».

Γενικότερα, ο τρόπος ενίσχυσης των εμπολέμων από τους συμμάχους καθορίζεται από το τι έχει ο καθένας τους να προσφέρει:

«Ζήτησαν [οι Κορίνθιοι] και από τους Μεγαρείς να τους συνοδεύσουν με τα πλοία, μήπως τυχών τους εμποδίσουν οι Κερκυραίοι να πλεύσουν. Από τους Θηβαίους ζήτησαν χρήματα, επίσης από τους Φλειασίους, ενώ από τους Ηλείους πλοία χωρίς πληρώματα και χρήματα.»

«Και στο μεταξύ να ετοιμάζουμε τις δυνάμεις μας εξασφαλίζοντας συμμάχους και από τους Έλληνες και από τους βαρβάρους μήπως μπορέσουμε και πάρουμε από κάπου ναυτική ή χρηματική ενίσχυση»

«Οι Αθηναίοι όρισαν ποιες πόλεις θα έπρεπε να συνεισφέρουν χρήματα για τον αγώνα κατά των βαρβάρων και ποιες πλοία.»

Με επίγνωση ότι οι πεπερασμένες πηγές πόρων του ελληνικού κόσμου είχαν ήδη διαμοιραστεί μέσω των σφαιρών επιρροής, και οι δύο πλευρές στράφηκαν στις λίγες ελληνικές πόλεις που παρέμεναν ανεξάρτητες. Δεν δίστασαν να αναζητήσουν ενισχύσεις εκτός ελληνικού χώρου, απευθυνόμενες, χωρίς αναστολές, στη μοναδική οικονομικά εύρωστη δύναμη της ευρύτερης περιοχής: τον Πέρση Βασιλιά:

«Και οι δύο πλευρές σχεδίαζαν να στείλουν πρέσβεις στον Βασιλέα των Περσών αλλά και οπουδήποτε αλλού στους βαρβάρους, όπου είχαν ελπίδα πως θα έπαιρναν κάποια βοήθεια, προσπαθούσαν επίσης να συμμαχήσουν με πόλεις έξω από τη σφαίρα της δικής τους επιρροής.»

«Προς το τέλος του ίδιου καλοκαιριού ο Κορίνθιος Αριστεύς, οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων και ο Αργείος Πόλις καθοδόν προς την Ασία για να συναντήσουν τον Μεγάλο Βασιλέα μήπως με κάποιον τρόπο τον πείσουν να δώσει χρήματα και να πολεμήσει στο πλευρό τους, έρχονται πρώτα στον Σιτάλκη.»

«Πίστευαν επίσης οι Λακεδαιμόνιοι πως με τους πόρους της ήδη υπάρχουσας συμμαχίας θα μπορούσαν να συντηρούν οι ίδιοι το στόλο χωρίς να ζητούν χρήματα από τον Τισσαφέρνη.»

Με την εκστρατεία της Σικελίας, ανακύπτει ένα νέο πρόβλημα για τους Αθηναίους. Η μεγάλη απόσταση που πλέον τους χωρίζει από τις παραδοσιακές πηγές ανεφοδιασμού, σε συνδυασμό με την εχθρότητα των σικελικών πόλεων, δημιουργεί μια επιτακτική ανάγκη για προσπορισμό εφοδίων από τρίτους. Αυτό τους οδηγεί στην επιλογή του:

«Να προσπαθήσουν άλλους από τους Σικελούς να τους αποσπάσουν από τους Συρακουσίους κι άλλους να τους προσεταιριστούν , ώστε να έχουν στη διάθεσή τους τρόφιμα και στρατιωτική βοήθεια.»

Η ανάληψη ενός τόσο μεγάλου κινδύνου θεωρήθηκε δικαιολογημένη, καθώς σε περίπτωση επιτυχίας ολόκληρη η Σικελία θα μετατρεπόταν σε πλουσιότατη πηγή εξωτερικής εξισορρόπησης, τόσο σε οικονομικό όσο και σε εφοδιαστικό επίπεδο, υποστηρίζοντας έτσι τη σχεδιαζόμενη μελλοντική επίθεση των Αθηναϊκών δυνάμεων στην Πελοπόννησο:

«Όσο για χρήματα και τρόφιμα, ώστε τα σχέδια τούτα να εκτελεστούν πιο απρόσκοπτα, αυτά θα τα προμήθευαν αδιάκοπα οι νέες κτήσεις μας εκεί χωρίς να θίγονται οι πρόσοδοί μας στην Ελλάδα».

Τέλος, η εξωτερική πολιτική και η ισχύς τρίτων, χρησιμοποιείται για πρόκληση κωλυμάτων στο αντίπαλο, όπως στην περίπτωση του Περδίκκα, ο οποίος:

«Κατόρθωσε επηρεάζοντας τους φίλους του στη Θεσσαλία να βάλει τέτοια εμπόδια στο εκστρατευτικό σώμα των Σπαρτιατών, ώστε αυτοί δεν δοκίμασαν καν να πάρουν άδεια από τους Θεσσαλούς.»

 

Υπονόμευση της εξισορρόπησης του αντιπάλου

Κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, κάθε κράτος επιδιώκει να εξισορροπήσει την ισχύ του αντιπάλου, αξιοποιώντας πόρους τόσο από το εσωτερικό του, όσο και από εξωτερικές πηγές. Αντίστοιχα, αυτές οι πηγές — που συνιστούν τη βάση της ισχύος του — γίνονται στόχος του αντιπάλου, ο οποίος επιδιώκει να διαταράξει την ισορροπία αυτή. Στην αφήγηση του Πελοποννησιακού Πολέμου από τον Θουκυδίδη, η στρατηγική των Σπαρτιατών για υπονόμευση της εσωτερικής ισορροπίας των Αθηνών εκδηλώνεται με την πρόθεση οχύρωσης της Δεκέλειας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, εάν οι Λακεδαιμόνιοι προχωρήσουν στην οχύρωση της Δεκέλειας, τα αποτελέσματα θα γίνουν άμεσα ορατά:

«Από αυτά που αποτελούν τον πλούτο της χώρας τα περισσότερα θα περιέλθουν σ’ εσάς. Και τις προσόδους που έχουν οι Αθηναίοι από τα μεταλλεία αργύρου στο Λαύριο, κι όσα βγάζουν τώρα από τα προϊόντα της γης και από τα δικαστήρια, θα τα στερηθούν αμέσως.»

Το κύριο όμως βάρος της προσπάθειας φθοράς της βάσης ισχύος του αντιπάλου αφορά στην εξωτερική εξισορρόπησή του. Κεντρικό στόχο σε αυτή την προσπάθεια αποτελούν οι συμμαχίες του.

 

Αποτροπή μέσω αντιποίνων: Δημιουργία ισοδύναμων τετελεσμένων και η αρχή της ασύμμετρης ανταπόδοσης

Με τον όρο αποτροπή νοείται μια διανοητική κατάσταση που διαμορφώνεται από την ύπαρξη μιας αξιόπιστης απειλής, σύμφωνα με την οποία μια συγκεκριμένη ενέργεια θα επιφέρει στον δράστη μια επώδυνη και δυσμενή αντίδραση. Ο φόβος των συνεπειών οδηγεί στην πρόληψη ή την αναστολή της πράξης. Στις διακρατικές σχέσεις, η αποτροπή νοείται ως η διατήρηση του status quo μέσω της απειλής χρήσης βίας. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι εμπόλεμοι επιδίωξαν την αποτροπή μέσω τριών κύριων μεθόδων: των αντιποίνων, της άρνησης και της επίδειξης δύναμης.

Τα αντίποινα αποτελούν μορφή ανταπόδοσης, με την οποία τα κράτη επιδιώκουν να τιμωρήσουν μια παραβατική συμπεριφορά, αποκαθιστώντας την αδικία. Η αποτροπή μέσω αντιποίνων εφαρμόστηκε από αμφότερα τα στρατόπεδα. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε από τους Αθηναίους ως αντίδραση στις κινήσεις του σπαρτιατικού πεζικού, ενώ αργότερα εφαρμόστηκε και από τους Πελοποννήσιους:

«Αν πάλι κάνουν ένα οχυρό ορμητήριο θα μπορούν βέβαια να προξενούν καταστροφές σε ένα κομμάτι της γης μας με επιδρομές και αυτομολίες των δούλων, ωστόσο το οχυρό αυτό δε θα είναι ικανό να μας εμποδίζει να πλεύσουμε στο δικό τους τόπο και κατασκευάζοντας εκεί επιτειχίσματα να προβαίνουμε σε αντίποινα με το στόλο, στον οποίο βασίζεται η δύναμή μας.»

«Ενώ οι Πελοποννήσιοι ήσαν ακόμα στην πεδιάδα, προτού να περάσουν στην παραλιακή περιοχή, ο Περικλής είχε αρχίσει να ετοιμάζει εκατό πλοία για να πλεύσει εναντίον της Πελοποννήσου.»

«Διότι τώρα που οι Αθηναίοι πίεζαν στην Πελοπόννησο και ειδικά στη Λακωνία, οι Λακεδαιμόνιοι ελπίζανε ότι θα τους απομάκρυναν από εκεί προπαντός εάν τους ανταπέδιδαν τις καταστροφές στέλνοντας στρατό στους συμμάχους των Αθηναίων.»

Τα αντίποινα συχνά χαρακτηρίζονται από την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία η αντίδραση πρέπει να είναι ανάλογη της υφιστάμενης αδικίας. Στόχος τους είναι η δημιουργία ισοδύναμων τετελεσμένων, δηλαδή η παροχή μιας ισοδύναμης απάντησης σε κάθε εχθρική ενέργεια που πλήττει την εδαφική ακεραιότητα ή τα εθνικά συμφέροντα του κράτους. Η χρήση μιας τέτοιας στρατηγικής καταγράφεται τόσο στην περίπτωση των Αθηναίων, όσο και των Θηβαίων:

«Θα προσπαθήσουμε να αμυνθούμε, εάν αρχίσετε πόλεμο, με τον ίδιο τρόπο που θα τον αρχίσετε.»

«Οι Πλαταιείς προσχώρησαν στους Αθηναίους και από κοινού με αυτούς μας έκαναν πολλές καταστροφές που και εμείς οι Θηβαίοι τις ανταποδίδαμε.»

Πέρα από τη δημιουργία ισοδύναμων τετελεσμένων, όπου τα αντίποινα χαρακτηρίζονται από την αναλογικότητα της αντίδρασης σε σχέση με την υφιστάμενη αδικία, η αποτροπή συχνά εμπεριέχει και την έννοια του σχετικού κόστους. Σε αυτήν την περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή της ασύμμετρης ανταπόδοσης, κατά την οποία επιβάλλεται στον αντίπαλο ένα κόστος μεγαλύτερο από το όφελος που αποκομίζει με την επιδιωκόμενη αλλαγή του στάτους κβο. Βασιζόμενοι στις διευρυμένες επιχειρησιακές δυνατότητες που τους παρείχε ο στόλος, καθώς και στην πληθώρα συμμάχων τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική Ελλάδα, οι Αθηναίοι ενσωμάτωσαν από νωρίς αυτήν την αρχή στην υψηλή στρατηγική τους:

«Εάν εισβάλλουν στα εδάφη μας με πεζικό, εμείς θα πλεύσουμε εναντίον των δικών τους, και τότε πια η καταστροφή μέρους μόνο της Πελοποννήσου θα είναι κάτι διαφορετικό από την καταστροφή ακόμη και ολόκληρης της Αττικής, διότι οι Πελοποννήσιοι δεν θα μπορούν να το αναπληρώσουν χωρίς να πολεμήσουν, ενώ για εμάς υπάρχει πολύ γη και στα νησιά και στη στεριά.»

Αλλά και οι Λακεδαιμόνιοι, έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι εάν δεν πετύχει η ακολουθούμενη από αυτούς στρατηγική εκμηδένισης, θα υποστούν βαρύτατες συνέπειες:

«Διότι εάν δεν επικρατήσουμε στη θάλασσα ή δεν τους αφαιρέσουμε τις προσόδους απ’ όπου συντηρούν το ναυτικό, η ζημιά που θα έχουμε εμείς θα είναι μεγαλύτερη.»

 

Αποτροπή μέσω άρνησης και η στρατηγική της καμένης γης

Ο δεύτερος τρόπος αποτροπής που εφαρμόστηκε στην υψηλή στρατηγική των Αθηναίων είναι η αποτροπή μέσω άρνησης. Η στρατηγική αυτή στοχεύει στην παρακώλυση ή την πλήρη άρνηση της χρήσης ενός κρίσιμου χώρου από τον αντίπαλο, με συνέπεια τον αποκλεισμό της πρόσβασης στο έμψυχο δυναμικό και στις υποδομές που αυτός διαθέτει σε εκείνη την περιοχή. Από την αρχή των εχθροπραξιών, ο Περικλής προέτρεπε τους συμπολίτες του:

«Ότι έχουν στους αγρούς να το μεταφέρουν στην πόλη και να αποφεύγουν τις μάχες έξω αλλά να μπουν και να μένουν στην πόλη για να την φρουρούν.»

Επιπλέον, ο Αθηναίος στρατηγός διατυπώνει τις θεμελιώδεις αρχές εκείνης που αργότερα θα ονομασθεί στρατηγική της καμένης γης, ή Φαβιανή στρατηγική — μία τακτική κατά την οποία καταστρέφονται ή αφαιρούνται όλα τα στοιχεία που δύνανται να φανούν χρήσιμα σε έναν προελαύνοντα εχθρό. Αυτά περιλαμβάνουν πηγές τροφής, συγκοινωνιακά μέσα, υποδομές επικοινωνιών, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και ενίοτε ακόμη και τον ίδιο τον πληθυσμό της περιοχής:

«Να μη θρηνούμε και οδυρόμαστε για σπίτια και για κτήματα αλλά για τους ανθρώπους. Αν μάλιστα πίστευα ότι θα σας έπειθα, θα σας προέτρεπα να βγείτε οι ίδιοι να τα καταστρέψετε και να δείξετε στους Πελοποννησίους πως γι’ αυτά τουλάχιστον δεν πρόκειται να υποκύψετε.»

 

 Αποτροπή μέσω επίδειξης δυνάμεως

Πρόκειται ουσιαστικά για μία επιχείρηση με σκοπό τον εξαναγκασμό του αντιπάλου και την επίδειξη της εθνικής βούλησης. Μέσω ενός σαφούς υπαινιγμού για ενδεχόμενη χρήση βίας, επιχειρείται η εξουδετέρωση μιας συγκεκριμένης κατάστασης που, εάν συνεχιστεί, δύναται να αποβεί καταστροφική για τα εθνικά συμφέροντα ή τους εθνικούς στόχους. Το πλεονέκτημα της συγκεκριμένης μορφής αποτροπής έγκειται στην ευελιξία που παρέχει στην πολιτική ηγεσία όσον αφορά τις μεθόδους και τις επιλογές που δύναται να ακολουθήσει στο μέλλον. Ωστόσο, το μειονέκτημά της συνίσταται στο γεγονός ότι παραχωρεί την πρωτοβουλία στον αντίπαλο. Η αποτροπή μέσω επίδειξης δύναμης αποτέλεσε επιλογή των Αθηναίων στρατηγών, επικεντρωμένη πάντοτε στην Αθηναϊκή ναυτική ισχύ:

«Όταν κατάλαβαν οι Αθηναίοι ότι οι εχθροί έκαναν αυτές τις ετοιμασίες επειδή υποτιμούσαν τις δικές τους δυνάμεις, θέλησαν να τους δείξουν ότι η εκτίμησή τους δεν ήταν σωστή και ότι, αντιθέτως, αυτοί ήσαν σε θέση να αποκρούσουν εύκολα το ναυτικό που ερχόταν από την Πελοπόννησο χωρίς να μετακινήσουν τα δικά τους πλοία από τη Λέσβο. έβαλαν έτσι πληρώματα σε εκατό πλοία και πλέοντας στον Ισθμό έκαναν επίδειξη της δυνάμεώς τους και αποβάσεις σε όποιο μέρος της Πελοποννήσου έκριναν σκόπιμο.»

«Μεγαλύτερο φόβο στους εκεί Έλληνες θα εμπνέαμε, εάν κάναμε έστω μία σύντομη επίδειξη της δύναμής μας κι έπειτα φεύγαμε.»

«Η γνώμη του Νικία ήταν να παραπλεύσουν τις ακτές, κι αφού επιδείξουν έτσι στις άλλες πόλεις τη δύναμη της Αθήνας να πάρουν το δρόμο της επιστροφής.»

 

Πειθαναγκασμός

Στην αρχαία ελληνική πραγματικότητα, όπου η οικονομία βασιζόταν κυρίως στην αγροτική παραγωγή, το κύριο κόστος που επιβαλλόταν σε ένα πόλεμο ήταν η απειλή ή η καταστροφή των καλλιεργήσιμων εδαφών. Ως εκ τούτου, οι πειθαναγκαστικές απειλές που καταγράφει ο Θουκυδίδης στρέφονται κατεξοχήν κατά της αγροτικής παραγωγής του αντιπάλου, με στόχο να τον αναγκάσουν να αλλάξει στάση ή να υποκύψει.

Η αξία της καλλιεργήσιμης γης ως ενέχυρο στη διαμάχη αυτή είναι σαφής, καθώς η καταστροφή ή ο αποκλεισμός της οδηγεί άμεσα σε υπονόμευση της διατροφικής βάσης, με σοβαρές συνέπειες για τη βιωσιμότητα και τη στρατιωτική ικανότητα της αντίπαλης πόλης-κράτους.

«Και ίσως τότε να φανούν πιο υποχωρητικοί οι Αθηναίοι, αφού και η γη τους θα είναι ακόμη απείραχτη και αυτοί θα αποφασίζουν για αγαθά υπαρκτά που δε θα έχουν ακόμα καταστραφεί. Γιατί μη νομίσετε ότι η γη τους είναι για μας κάτι άλλο από ενέχυρο, και μάλιστα τόσο πολυτιμότερο όσο καλύτερα καλλιεργημένη είναι.»

«Αφού είναι έτσι, παραδώστε σε εμάς τους Λακεδαιμόνιους τις Πλαταιές και τα σπίτια, δείξτε μας επίσης τα όρια του τόπου σας και μετρήστε μας τα δένδρα σας και ό,τι άλλο είναι δυνατόν να μετρηθεί. Και σεις μπορείτε να φύγετε, όσο θα διαρκεί ο πόλεμος. Κι όταν τελειώσει, θα σας επιστρέψουμε ότι παραλάβαμε. Μέχρι τότε θα τα κρατάμε ως παρακαταθήκη, καλλιεργώντας τη γη και δίνοντάς σας ένα μέρος από τα εισοδήματα, αρκετό για τις ανάγκες σας.»

Η διαδικασία που ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις είναι πανομοιότυπη. Το εχθρικό στράτευμα κάνει την εμφάνισή του κάτω από τα τείχη, προσδίδοντας αξιοπιστία στην πειθαναγκαστική απειλή που θα ακολουθήσει και πρέσβεις στέλνονται στην πόλη:

«Οι Μήλιοι έμειναν αρχικά ουδέτεροι και δεν έκαναν τίποτα. έπειτα, όταν οι Αθηναίοι τους πίεζαν καταστρέφοντας τη γη τους, βρέθηκαν σε κατάσταση ανοιχτού πολέμου. Οι Αθηναίοι έστειλαν πρώτα πρέσβεις για διαπραγματεύσεις, προτού αρχίσουν να προξενούν καταστροφές στη γη.»

«Το ίδιο καλοκαίρι, αμέσως μετά, ο Βρασίδας έχοντας μαζί του και Χαλκιδείς εκστρατεύει λίγο πριν από τον τρύγο στην Άκανθο, αποικία της Άνδρου. Ωστόσο οι κάτοικοι ήσαν διχασμένοι, αν θα τον δεχόταν. Όμως επειδή φοβήθηκαν για τον καρπό που ήταν ακόμα ατρύγητος στα αμπέλια πείσθηκαν από τον Βρασίδα να τον δεχτούν.»

Στη συνέχεια οι πρέσβεις του επιτιθέμενου προχωρούν στη διατύπωση της απειλής:

«Τότε θα επικαλεστώ τη μαρτυρία των θεών και των ηρώων πως, ενώ έχω έλθει για το καλό σας, δεν κατορθώνω να σας πείσω, και θα προσπαθήσω να εκβιάζω τα πράγματα λεηλατώντας τη χώρα σας.»

Συχνά δίνεται στον υποκείμενο σε πειθαναγκασμό ο χρόνος να αποφασίσει ή να το σκεφτεί καλύτερα:

«Εκείνος όμως ο Αρχίδαμος, ελπίζοντας, όπως λένε, ότι οι Αθηναίοι θα έκαναν κάποια υποχώρηση όσο η γη τους ήταν ακόμη απείραχτη και ότι θα δίσταζαν να την αφήσουν να καταστραφεί, καθυστερούσε.»

Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πειθαναγκασμός είναι επιτυχής:

«Αποφάσισαν με πλειοψηφία να αποστατήσουν από τους Αθηναίους επηρεασμένοι από τα ελκυστικά λόγια του Βρασίδα και από το φόβο για τον τρύγο.»

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το υποκείμενο δεν υποκύπτει στην απειλή, οπότε και δέχεται τη μήνη του αντιπάλου:

«Οι Αθηναίοι, αφού τους κατέστρεψαν τα χωράφια, επειδή δεν προσχωρούσαν σε αυτούς, απέπλευσαν για το Ρήγιο.»

«Καθώς όμως οι Μήλιοι, μόλο που ρημαζόταν η γη τους, δεν προσχωρούσαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία, οι Αθηναίοι σήκωσαν άγκυρα από τη Μήλο.»

 

Η στρατηγική επιδρομών και η αύξηση κόστους για τον αντίπαλο

Ακριβώς! Πρόκειται για μια στρατηγική που δεν αποσκοπεί στην οριστική κατάληψη ή τον πλήρη έλεγχο του εδάφους, αλλά στην αποσταθεροποίηση και αποδυνάμωση του αντιπάλου μέσω συνεχών επιδρομών και λεηλασιών. Με αυτόν τον τρόπο:

  • Επιβάλλεται οικονομικό και υλικοτεχνικό κόστος στον εχθρό, υπονομεύοντας την ικανότητά του να συντηρήσει τον πόλεμο.
  • Δημιουργείται αβεβαιότητα και ανασφάλεια στους πληθυσμούς και τις δυνάμεις που υπερασπίζονται τα εδάφη.
  • Αξιοποιείται το στοιχείο του αιφνιδιασμού, καθώς ο αντίπαλος δυσκολεύεται να προβλέψει που και πότε θα συμβούν οι επιθέσεις.
  • Προκαλείται ψυχολογική φθορά και καταπονημένος εχθρός που αναγκάζεται να διασκορπίσει δυνάμεις για την άμυνα πολλαπλών στόχων.

Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η στρατηγική αυτή γνώρισε ευρύτατη χρήση. Ένας από τους στόχους της αποτέλεσαν οι παραλιακοί οικισμοί και πόλεις:

«Και τα πλοία αυτά, πλέοντας κοντά στις ακτές, έκαναν καταστροφές στα παράλια της Λακωνικής.»

«Με απόβαση στην Καρδαμύλη νίκησαν σε μάχη τους Χίους, κι αφού σκότωσαν πολλούς, ρήμαξαν τις περιοχές εκεί. Ρήμαξαν ολοκληρωτικά μια περιοχή πολύ καλά συγκροτημένη.»

«Και καθώς έπλεε κοντά στη Μεροπίδα Κω αποβιβάζεται και λεηλατεί την πόλη, επίσης στην ύπαιθρο άρπαζε ό,τι έβρισκε».

Δεδομένου όμως του ότι η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν ο κύριος οικονομικός πυλώνας του αρχαίου Ελληνικού κόσμου, αποτέλεσαν όπως ήταν φυσικό και το βασικό στόχο της στρατηγικής αυτής. Οι επιδρομείς έκοβαν τα δέντρα, έκαιγαν τα σπαρτά, έπαιρναν ως λεία το αποθηκευμένο σιτάρι ή άρπαζαν το ζωικό κεφάλαιο:

«Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού μπήκαν στη Μεγαρίδα και έκοψαν τα δέντρα, έφυγαν πάλι για τον τόπο τους.»

«Και έκαναν καταστροφές όχι μόνο στα μέρη που είχαν δενδροτομηθεί πρωτύτερα, αν στο μεταξύ είχε βλαστήσει ξανά κάτι, αλλά και σε όσα είχαν μείνει απείραχτα στις προηγούμενες εισβολές».

«Τον ίδιο χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι εισβάλανε στην Αργολίδα και κατέστρεψαν μικρό μέρος της. Πήραν ακόμα μαζί τους και κάμποσο στάρι με αμάξια που τα είχαν φέρει γι’ αυτόν το σκοπό.»

«Ο βασιλιάς Άγις κατευθύνθηκε έπειτα στο Μαλιακό κόλπο για να χτυπήσει τους Οιταίους, κι αφού άρπαξε τα περισσότερα ζωντανά τους, τους υποχρέωσε να καταβάλουν λύτρα.»

Στο σχεδιασμό των επιδρομών, λαμβανόταν συχνά υπόψιν ο χρονικός παράγων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη καταστροφή:

«Το επόμενο καλοκαίρι, την εποχή που ωριμάζουν τα στάχυα, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί τους εκστρατεύσανε στην Αττική. Στρατοπέδευσαν και άρχισαν να ερημώνουν τον τόπο.»

Τέλος, μια κρίσιμη τομή στον τρόπο εφαρμογής της στρατηγικής των επιδρομών και των συνοδευόμενων καταστροφών επιφέρει η οχύρωση της Δεκέλειας από τους Πελοποννήσιους, σε άμεση γειτνίαση με την Αθήνα, με συνέπειες ολέθριες για τους Αθηναίους:

«Διότι προηγουμένως οι εισβολές ήταν σύντομες και δεν εμπόδιζαν στο υπόλοιπο διάστημα την εκμετάλλευση του εδάφους. τώρα όμως που γινόταν επιδρομές από την τακτική φρουρά που ξεχυνόταν στην ύπαιθρο πιεσμένη από την ανάγκη και προέβαινε σε λεηλασίες, οι καταστροφές για τους Αθηναίους ήταν τεράστιες. Είχαν στερηθεί ολόκληρη τη γη τους, πάνω από είκοσι χιλιάδες δούλοι είχαν αυτομολήσει, τα πρόβατα και τα υποζύγια είχαν εξολοκλήρου αφανιστεί.»

 

Οριζόντια κλιμάκωση

Πρόκειται για τη μεταφορά των επιχειρήσεων στο ζωτικό χώρο του αντιπάλου. Συγκεκριμένα, η στρατηγική αυτή συνίσταται στην απάντηση σε μια επίθεση σε μια περιοχή με ένα αιφνιδιαστικό πλήγμα σε διαφορετικό και απροσδόκητο σημείο. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος που υφίσταται την επίθεση διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, στερώντας από τον επιτιθέμενο την δυνατότητα να επιλέξει το πεδίο της μάχης:

«Οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων τους υποσχέθηκαν στους Ποτειδαιάτες πως εάν, οι Αθηναίοι επιτεθούν στην Ποτείδαια, αυτοί θα εισβάλουν στην Αττική.»

«Αν πάλι κάνουν ένα οχυρό ορμητήριο θα μπορούν βέβαια να προξενούν καταστροφές σε ένα κομμάτι της γης μας με επιδρομές και αυτομολίες των δούλων, ωστόσο το οχυρό αυτό δε θα είναι ικανό να μας εμποδίζει να πλεύσουμε στο δικό τους τόπο και κατασκευάζοντας εκεί επιτειχίσματα να προβαίνουμε σε αντίποινα με το στόλο, στον οποίο βασίζεται η δύναμή μας.»

«Διότι τώρα που οι Αθηναίοι πίεζαν στην Πελοπόννησο και ειδικά στη Λακωνία, οι Λακεδαιμόνιοι ελπίζανε ότι θα τους απομάκρυναν από εκεί προπαντός εάν τους ανταπέδιδαν τις καταστροφές στέλνοντας στρατό στους συμμάχους των Αθηναίων.»

Τέλος, όταν η στρατηγική αυτή κατευθύνεται στο αντίπαλο κέντρο βαρύτητας, μπορεί να επιφέρει δραματική ανατροπή των ρόλων, με αποτέλεσμα ο επιτιθέμενος να βρεθεί ξαφνικά σε δυσχερή θέση, αγωνιζόμενος για την ίδια του την επιβίωση:

«Νικώντας οι Αθηναίοι τους Λακεδαιμονίους στην ίδια την Πελοπόννησο, αφ’ ενός θα εδραιώσουν και θα επεκτείνουν την ηγεμονία τους και αφ’ ετέρου δεν θα εισβάλει πια ποτέ ξένος στο έδαφός τους.»

«Αλλά και αν αποτύγχαναν σε αυτό θα στρέφονταν εναντίον της δικής σας γης. Και τότε ο αγώνας σας δεν θα είναι για τόπο που δεν σας ανήκει αλλά μάλλον για τη δική σας συμμαχία και τη δική σας γη.»

 

Η διεθνής νομιμοποίηση και η ανατροπή της

Το τμήμα του διεθνούς δικαίου που ρυθμίζει τη διεξαγωγή των ένοπλων συγκρούσεων, βασιζόμενο σε διεθνείς συμφωνίες, συνθήκες και παραδόσεις, διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: τους κανόνες που καθορίζουν τη νομιμότητα του πολέμου και τους κανόνες που ρυθμίζουν την ίδια τη διεξαγωγή του. Η διεθνής νομιμοποίηση ενός πολέμου εξαρτάται από παράγοντες όπως η αυτοάμυνα, η απόκτηση δικαιωμάτων, η διεκδίκηση αποζημιώσεων για ζημιές ή η τιμωρία όσων απειλούν την ασφάλεια μας.

Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, στην προσπάθεια εξασφάλισης της διεθνούς νομιμοποίησης του αγώνα τους, οι Λακεδαιμόνιοι αρχικά χρησιμοποιούν το προπέτασμα της συλλογικής απόφασης:

«Ξανακάλεσαν τότε τους συμμάχους και τους ανακοίνωσαν ότι θεωρούν πως οι Αθηναίοι αδικούν, θέλουν όμως να συγκαλέσουν και τους συμμάχους όλους και να φέρουν το ζήτημα σε ψηφοφορία ώστε να αποφασίσουν από κοινού τον πόλεμο, εάν τον αποφασίσουν.»

«Οι Λακεδαιμόνιοι κάλεσαν πάλι τους συμμάχους τους και ήθελαν να θέσουν σε ψηφοφορία αν πρέπει να πολεμήσουν.»

Συνεχής και σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβανόμενη επωδός τους, είναι η διακήρυξη ότι εισέρχονται στον πόλεμο με πρόθεσή την απελευθέρωση των Ελληνικών πόλεων από την Αθηναϊκή ηγεμονία προκειμένου να κερδίσουν τη συναίνεση των υπολοίπων:

«Οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν την ειρήνη, και ειρήνη θα υπάρξει εάν αποδώσετε στους Έλληνες την αυτονομία τους.»

«Να μας βοηθήσετε να ελευθερώσουμε και τους άλλους, όσους συμμερίστηκαν τότε εκείνους τους κινδύνους και τώρα είναι υποταγμένοι στους Αθηναίους. Έχει γίνει τόση ετοιμασία και πόλεμος για την απελευθέρωση αυτών και των άλλων Ελλήνων.»

«Αλλά πολύ πιο αισχρό και άδικο ήταν να καταπροδώσετε όλους τους άλλους Έλληνες παρά μόνο τους Αθηναίους, που προσπαθούσαν να υποδουλώσουν την Ελλάδα ενώ οι άλλοι να την ελευθερώσουν».

Οι Αθηναίοι επιχαίρουν για τις ανά την Ελλάδα δημοκρατικές μερίδες που επηρεάζουν τα πολιτικά γεγονότα στις πόλεις-κράτη:

«Σήμερα ο δημοκρατικός κόσμος σε όλες τις πόλεις είναι με το μέρος μας.»

Όμως τελικά, είναι οι Λακεδαιμόνιοι αυτοί, που φαίνεται να επιτυγχάνουν την πανελλήνια συναίνεση και να πείθουν το διεθνές τους ακροατήριο, πολύ περισσότερο από τους αντιπάλους τους καθώς:

«Οι συμπάθειες στην Ελλάδα έκλιναν κατά πολύ προς την πλευρά των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι άλλωστε είχαν και προκαταβολικά διακηρύξει ότι αγωνίζονται για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι πάντες, και ιδιώτες και πόλεις, προσπαθούσαν με ζήλο να τους υποστηρίξουν όπως μπορούσαν, με λόγια ή με έργα.»

Ταυτόχρονα, ελάσσονες δυνάμεις, όπως οι Μυτιληναίοι, φαίνονται να υιοθετούν τη ρητορική τους:

«Τώρα όμως αποφασίσαμε μία διπλή αποστασία ώστε να μη συμπράττουμε με τους Αθηναίους στην κακοποίηση των Ελλήνων αλλά να συμβάλλουμε στην απελευθέρωσή τους.»

Η προσωπική άποψη του ίδιου του Θουκυδίδη διαφαίνεται πίσω από τις σελίδες του έκτου βιβλίου του έργου του, όπου περιγράφει τις τακτικές των ισχυρών και τον αγώνα τους για την απόκτηση διεθνούς νομιμοποίησης. Μέσα από αυτή την αφήγηση, αναδεικνύεται η κριτική του στάση απέναντι στις μεγαλόστομες διακηρύξεις των μεγάλων δυνάμεων, αποκαλύπτοντας τη διαφορά ανάμεσα σε λόγια και πράξεις στο πεδίο της πολιτικής ισχύος:

«Ο πραγματικός λόγος της εκστρατείας ήταν η επιθυμία τους να κατακτήσουν ολόκληρο το νησί, πρόβαλλαν όμως ταυτόχρονα την εύσχημη πρόφαση πως ήθελαν να βοηθήσουν τους ομοφύλους τους και τους συμμάχους που είχαν αποκτήσει εκεί».

Όπως είναι φυσικό, παράλληλα με την προσπάθεια της μίας πλευράς να επιτύχει τη διεθνή νομιμοποίηση, εξελίσσεται μία προσπάθεια ανατροπής αυτής από τον αντίπαλο. Οι Αθηναίοι επιχειρούν να ξεσκεπάσουν στα μάτια των υπόλοιπων Ελλήνων τις πραγματικές προθέσεις των Σπαρτιατών διαβεβαιώνοντας:

«Σχετικά με τις πόλεις θα αφήσουμε αυτόνομες όσες ήταν αυτόνομες και εφόσον και εκείνοι, οι Λακεδαιμόνιοι, αποδώσουν αυτονομία στις δικές τους ομόσπονδες πόλεις όχι όπως συμφέρει τους ίδιους αλλά όπως καθεμία θέλει.»

Ταυτόχρονα κατηγορούν τους εχθρούς τους για αδικοπραγία:

«Άρχισαν πόλεμο αποφασίζοντας να βάλουν την ωμή βία πάνω από το δίκιο.»

Τέλος, μέσω τεχνασμάτων επιχειρούν να εκθέσουν τους Λακεδαιμόνιους στα μάτια των Ελλήνων:

«Αλλά ο Δημοσθένης και οι αρχηγοί των Ακαρνανών συμφώνησαν κρυφά με τους Μαντινείς, τον Μενεδάιο και τους άλλους αρχηγούς των Πελοποννησίων, τους πιο εξέχοντες, να τους αφήσουν να φύγουν το ταχύτερο δυνατόν. Ήθελε έτσι ο Δημοσθένης να εκθέσει τους Λακεδαιμονίους και τους Πελοποννησίους στα μάτια των Ελλήνων εκείνης της περιοχής ως προδότες που έβαλαν πάνω από όλα τον εαυτό τους».

 

Η εσωτερική νομιμοποίηση και η ανατροπή της

Τρία είναι τα θεμελιώδη συστατικά, η αρμονική συνεργασία των οποίων εξασφαλίζει τη νίκη: ο λαός, ο στρατός και η κυβέρνηση. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον λαό, καθώς η εύρυθμη λειτουργία ενός κράτους προϋποθέτει ότι τα συναισθήματα και η βούληση των πολιτών δεν αντιτίθενται στους στόχους του. Ο όρος «εσωτερική νομιμοποίηση» περιγράφει τη συναίνεση του λαού στην πολεμική προσπάθεια, η οποία υλοποιείται από τις ένοπλες δυνάμεις μετά από απόφαση της πολιτικής ηγεσίας. Ωστόσο, για να διατηρηθεί αυτή η συναίνεση κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, απαιτείται μια λογική αιτιολόγηση ή μια προφανής ηθική βάση για την εμπλοκή της χώρας στη σύρραξη. Χωρίς αυτό το έρεισμα, η επιλογή αυτή δύσκολα θα τύχει της απαιτούμενης λαϊκής αποδοχής. Η κρατική ρητορική, όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης, στοχεύει στην επίτευξη αυτής της εσωτερικής νομιμοποίησης βασιζόμενη σε πέντε θεμελιώδεις αρχές:

Στην πρόληψη και την ηθική υποχρέωση:

«Αποφασίστε λοιπόν τον πόλεμο, Λακεδαιμόνιοι, αντάξια με τη Σπάρτη, κι’ ούτε τους Αθηναίους να αφήσετε να γίνονται ισχυρότεροι ούτε τους συμμάχους μας να καταπροδώσουμε αλλά, με τη βοήθεια των θεών, ας πάμε να πολεμήσουμε εκείνους που αδικούν».

Στην πολιτισμική ανωτερότητα:

«Γι’ αυτό ακριβώς μίλησα διεξοδικότερα για την πόλη, για να σας δώσω να καταλάβετε ότι δεν αγωνιζόμαστε για τα ίδια πράγματα εμείς οι Αθηναίοι και εκείνοι που δεν έχουν τίποτα όμοιο με αυτά εδώ.»

Στο εθνικό συμφέρον:

«Κανένας σας ας μη φανταστεί ότι αποτολμούμε σε ξένο έδαφος κάτι τόσο πολύ επικίνδυνο χωρίς λόγο. Διότι ο αγώνας στη γη τούτων εδώ είναι για τη δική μας γη.»

Στη νομιμότητα:

«Ας ριχτούμε μανιασμένα στη μάχη και ας πιστέψουμε πως είναι απόλυτα νόμιμο δικαίωμά μας να χορτάσουμε τη δίψα μας για εκδίκηση τιμωρώντας τους επιδρομείς».

Τέλος, στην δίκαιη αντίδραση σε μία υφιστάμενη αδικία:

«Θεοί και ήρωες, όσοι προστατεύετε τη γη των Πλαταιών, να είστε μάρτυρες πως βασικά ούτε κάτι άδικο επιχειρούμε με την εισβολή σε τούτη τη γη, αφού αυτοί πρώτοι παραβίασαν τους κοινούς όρκους μας.»

Όπως συμβαίνει και με τη διεθνή νομιμοποίηση, έτσι και στην περίπτωση της εσωτερικής, ο εχθρός επιδιώκει να την υπονομεύσει, επιχειρώντας να διαταράξει την ισορροπία της τριάδας – λαού, στρατού και κυβέρνησης – πάνω στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η πολεμική προσπάθεια. Η απουσία εσωτερικής νομιμοποίησης θεωρείται βασική αδυναμία ενός κράτους και καθιστά ευάλωτη την κατάκτησή του:

«Γιατί οι πόλεις της Σικελίας είναι πολυάνθρωπες, από όχλους ανάμεικτους. Και γι’ αυτό κανένας δεν τις αισθάνεται ως πατρίδα του.»

Στο έργο του Θουκυδίδη καταγράφονται τρεις μέθοδοι που στοχεύουν στην επίτευξη της επιδιωκόμενης από τον αντίπαλο ανατροπής. Πρώτη και βασικότερη είναι η μέθοδος των πληγμάτων που πλήττουν τη ζωή και τις περιουσίες των αμάχων, με σκοπό να παρουσιαστεί η κυβέρνηση στα μάτια του λαού είτε ως ανίκανη είτε ως απρόθυμη να τον προστατεύσει:

«Διότι οι Αχαρνείς, έχοντας χάσει πια τα υπάρχοντά τους, δε θα είναι εξίσου πρόθυμοι να εκτεθούν σε κινδύνους για τις περιουσίες των άλλων κι ότι θα πέσει διχόνοια στους Αθηναίους.»

«Όταν είδαν το στρατό των Λακεδαιμονίων να είναι στις Αχαρνές και να απέχει εξήντα στάδια από την πόλη οι Αθηναίοι κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να εξακολουθήσουν να το ανέχονται αλλά, όπως είναι ευνόητο, τους φαινόταν φοβερό να ρημάζεται η γη τους μπροστά στα μάτια τους, γι’ αυτό και έκριναν όλοι, και προπαντός οι νέοι, ότι έπρεπε να βγουν να πολεμήσουν και να μην το ανέχονται άλλο.»

«Ύστερα από τη δεύτερη εισβολή των Πελοποννησίων, οι Αθηναίοι, επειδή η ύπαιθρός τους είχε για δεύτερη φορά δενδροτομηθεί και τους θέριζε η αρρώστια και ο πόλεμος μαζί, άρχισαν να αλλάζουν γνώμη και να κατηγορούν τον Περικλή ότι τάχα αυτός τους παρέσυρε στον πόλεμο και ήσαν έτοιμοι να έλθουν σε συμβιβασμό με τους Λακεδαιμονίους.»

Μία δεύτερη μέθοδος είναι αυτή της διακοπής ανεφοδιασμού σε είδη πρώτης ανάγκης:

«Ο λαός όμως της Μυτιλήνης όταν πήρε τα όπλα, δεν άκουγε πια τους άρχοντες, αλλά μαζευόταν κατά ομάδες και απαιτούσε από τους ολιγαρχικούς να βγάλουν έξω το κρυμμένο στάρι και να το μοιράσουν σε όλους, διαφορετικά, είπαν, αυτοί θα συνεννοούνταν μόνοι τους με τους Αθηναίους και θα τους παρέδιδαν την πόλη.»

Τέλος, προσφιλής μέθοδος των εμπλεκόμενων στον υπό εξέταση πόλεμο, αποτέλεσε και η πολιτειακή μεταβολή:

«Μην μπορώντας έτσι οι Αθηναίοι να προκαλέσουν σε αυτές [τις πόλεις] κάποια πολιτειακή μεταβολή που θα οδηγούσε σε εσωτερικό διχασμό, όπως συνήθως όταν ανάγκαζαν τους αντιπάλους να υποταχθούν, βρίσκονταν ήδη πρωτύτερα σε αδιέξοδο.»

 

Αποφυγή στρατηγικού αιφνιδιασμού

Ως αιφνιδιασμός ορίζεται η ψυχολογική κατάσταση που προκαλείται από ένα αναπάντεχο γεγονός. Το αποτέλεσμα ενός αιφνιδιασμού μπορεί να είναι η καταστροφή σημαντικού τμήματος των εχθρικών δυνάμεων με μικρότερο κόστος ή μέσα σε ταχύτερο χρόνο. Από την άλλη, στρατηγικός αιφνιδιασμός χαρακτηρίζεται μια απρόβλεπτη εξέλιξη με αποφασιστική, θεμελιώδη και μερικές φορές επαναστατική επίδραση στην πορεία των γεγονότων. Η φύση του στρατηγικού αιφνιδιασμού στον πόλεμο είναι τέτοια που δημιουργεί σύγχυση και ακυρώνει τη στρατηγική του αντιπάλου, καθιστώντας άνευ σημασίας και μάταιη τη συνέχιση της όποιας περαιτέρω προσπάθειάς του. Γι’ αυτό και ο Θουκυδίδης συμβουλεύει ότι:

«Πρέπει κανείς να φυλάγεται όχι μόνο από όσα πράττει ο εχθρός αλλά και από όσα σχεδιάζει, αφού διαφορετικά θα πάθει το κακό προτού προλάβει να φυλαχτεί.»

Η αποφυγή του στρατηγικού αιφνιδιασμού κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο οφειλόταν στην βαθύτατη αμοιβαία δυσπιστία για τις προθέσεις που χαρακτήριζε τις δυνητικά εμπόλεμες πλευρές προτού ακόμη υπάρξει έναρξη των εχθροπραξιών:

«Όταν οι Κορίνθιοι έφτασαν στο Άκτιο, οι Κερκυραίοι τους έστειλαν με λέμβο κήρυκα να τους πει να μην πλεύσουν εναντίον τους. συγχρόνως επιβίβαζαν τα πληρώματα στα πλοία, αφού προηγουμένως είχαν ενισχύσει με δοκάρια τα παλαιά πλοία ώστε να μπορούν να πλεύσουν και είχαν επισκευάσει τα υπόλοιπα.»

«Και στους Αθηναίους να στείλετε πρέσβεις για την Ποτείδαια. Συγχρόνως όμως να ετοιμάζεστε για τον πόλεμο.»

«Επίσης τους συμβούλεψε ο Θεμιστοκλής, αφού ορίσουν εκτός από αυτόν και άλλους πρέσβεις, να μην τους στείλουν αμέσως, αλλά να καθυστερήσουν την αποστολή ώσπου να σηκώσουν το τείχος ίσαμε το απαραίτητο ύψος από όπου θα μπορούν να πολεμούν.»

«Τώρα όμως ποιος ο λόγος να μακρηγορούμε, αφού βλέπετε άλλους Έλληνες να τους έχουν υποδουλώσει και άλλους να τους επιβουλεύονται και πρωτίστως τους δικούς μας συμμάχους, και να είναι από πολύ καιρό προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο πολέμου;»