Σε πολλά αρχαία κείμενα αναφέρεται η θεραπευτική δράση των βοτάνων. Η αχίλλεια σταματούσε την αιμορραγία κάποιου τραύματος, ενώ ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης, που θεωρείται ο πρόδρομος των φαρμακοποιών, περιγράφει το καρότο ως πανάκεια. Θεωρούσε, για παράδειγμα, ότι εάν κάποιος καταναλώσει καρότο προληπτικά, δεν θα κινδυνεύει από τα ερπετά.
Οι Έλληνες πρώτοι απ’ όλους τους λαούς κατέταξαν τα φάρμακα σε κατηγορίες ανάλογα με τη χρήση τους και έβγαλαν ή προσπάθησαν να βγάλουν το παγανιστικό – θεοκρατικό στοιχείο από τις συνταγές που χορηγούσαν. Σε αυτό πρωτοστάτησε ο Ιπποκράτης, που μετέτρεψε τις θεοκρατικές απόψεις σε φιλοσοφικές.
Η παρασκευή των φαρμάκων της αρχαιότητας δεν ήταν απλή υπόθεση. Πεπειραμένοι ριζοτόμοι, δηλαδή οι συλλέκτες βοτάνων και ορυκτών, μάζευαν τα βότανα. Τα επεξεργάζονταν, ξεραίνοντας και σταθεροποιώντας τα, και στη συνέχεια τα παρέδιδαν στους ιατρούς.
Την εποχή εκείνη στα φάρμακα υπολογίζονταν και τα δηλητήρια και δεν είναι τυχαίο ότι το κώνειο που δόθηκε στον Σωκράτη αναφέρεται ως φάρμακο. Η διαφορά μεταξύ δηλητηρίου και φαρμάκου είναι μικρή και αφορά κυρίως τη δοσολογία.
Η θεραπευτική προσέγγιση των αρχαίων Ελλήνων ήταν τόσο εξειδικευμένη και αποτελεσματική, που τα φάρμακα της εποχής κυριαρχούσαν μέχρι και τον 19ο αιώνα. Ακόμη και σήμερα, σημαντικοί επιστήμονες ερευνούν σχολιαστικά τα ιπποκρατικά φάρμακα και ανακαλύπτουν συνεχώς νέες θεραπευτικές ιδιότητες.
Δεν είναι δυνατόν να τοποθετήσουμε σε συγκεκριμένο χρόνο την αρχή της Ελληνικής ιατρικής. Αναφορές σε ιατρικές πράξεις υπάρχουν και στις παλαιότερες πηγές που διαθέτουμε, όπως είναι τα Ομηρικά έπη. Σε τέτοια κείμενα, όπως και σε καταγραφές διαφόρων μύθων, περιγράφονται πράξεις που υποτίθεται ότι συνέβαιναν σε πολύ παλαιότερες εποχές.
Στα Ομηρικά έπη η χρήση φαρμάκων δεν είναι μόνο καθαρά ιατρικούς σκοπούς. Η Ελένη δίνει το νηπενθές για να απαλύνει τη θλίψη της παρέας που θυμάται το χαμένο Οδυσσέα. Ο Ερμής δίνει στον Οδυσσέα το μώλυ για να αντιμετωπίσει αυτός τα μάγια της Κίρκης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η δράση των φαρμάκων συνδέεται άμεσα με τις υπερφυσικές ιδιότητες είτε αυτών που δίνουν τα φάρμακα (χρειάζεται κάποιος θεός για να ξεριζώσει το μώλυ), είτε αυτών που τα παίρνουν (το φάρμακο γιατρεύει το τραύμα με τόσο θαυμαστό τρόπο, γιατί ο τραυματισμένος δεν είναι θνητός).
Αργότερα, στους ιστορικούς χρόνους, μπορούμε να πούμε ότι υπήρχαν τριών ειδών ιατρικές δραστηριότητες:
– Οι Λαϊκοί θεραπευτές: Οι θεραπευτές δηλαδή, που δρουν μέσα στα πλαίσια της λαϊκής παράδοσης. Στην αρχαία Ελλάδα η δραστηριότητά τους φαίνεται ότι ήταν αρκετά εκτεταμένη. Στην κατηγορία αυτή μπορούμε να συμπεριλάβουμε και τους ανθρώπους που σχετίζονταν με την προμήθεια αυτών που θα ονομάζαμε σήμερα φαρμακευτικά μέσα (και που ήσαν κυρίως βότανα). Αυτοί αναφέρονται με τα ονόματα ριζοτόμοι (δηλαδή αυτοί που κόβουν ρίζες) και φαρμακοπώλαι. Εκτός από το να διακινούν φυτικά φάρμακα, προμηθεύοντας με αυτά ασθενείς και γιατρούς, έδιναν και οι ίδιοι οδηγίες και εκτελούσαν θεραπείες, και μερικοί από αυτούς είχαν σημαντικό κύρος, ακόμα και ανάμεσα στους γιατρούς.
– Ασκληπιεία: τα Ασκληπιεία ήταν ιεροί χώροι, αφιερωμένοι στον Ασκληπιό ή σε άλλους θεούς ή ήρωες. Οι άρρωστοι που προσέρχονταν για θεραπεία ακολουθούσαν διαδικασίες που περιλάμβαναν δεήσεις, θυσίες, ακροάσεις μουσικών εκτελέσεων ή θεατρικών παραστάσεων, λουτρά, δίαιτα κλπ. Το τελικό στάδιο ήταν η εγκοίμηση, δηλαδή ο άρρωστος κοιμόταν μέσα σε ειδικό χώρο του Ασκληπιείου και, στον ύπνο του, εμφανιζόταν ο θεός ή κάποια άλλη μορφή που εκτελούσε τη θεραπεία ή έδινε στον άρρωστο θεραπευτικές οδηγίες. Το κύρος των Ασκληπιείων στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ μεγάλο και αναφέρονται πάντα με σεβασμό και θαυμασμό.
– Επιστήμονες γιατροί. Ονόματα συγκεκριμένων διάσημων γιατρών υπάρχουν ήδη στα Ομηρικά έπη. Σύμφωνα με τους μύθους, ένας τέτοιος γιατρός ήταν και ο Ασκληπιός. Αυτοί όμως που θα μπορούσαμε, με κάποια συνέπεια στην ορολογία, να τους ονομάσουμε επιστήμονες γιατρούς αρχίζουν να εμφανίζονται από την εποχή της εμφάνισης της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, δηλαδή από τον 6ο αιώνα προ Χριστού. Αυτή την εποχή εμφανίζονται οι δύο παλαιότερες σχολές ιατρών στην αρχαία Ελλάδα, η σχολή της Κνίδου (παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κω) και η σχολή της Κω. Σ’ αυτή τη δεύτερη ανήκε και ο Ιπποκράτης.
Ο Ιπποκράτης γεννήθηκε στην Κω, πιθανώς το 450 προ Χριστού. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και από αυτόν διδάχθηκε την ιατρική τέχνη. Μαζί με τον πατέρα του ανήκε στους Ασκληπιάδες, δηλαδή τους γιατρούς που θεωρούσαν πρόγονό τους τον Ασκληπιό. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη και θαυμαζόταν από τους συγχρόνους του. Είναι πιθανόν ότι πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Δεν υπάρχουν περισσότερες βεβαιωμένες λεπτομέρειες για τη ζωή του.
Η Ιπποκρατική συλλογή είναι ένα σύνολο κειμένων που αποδίδονται στον Ιπποκράτη τον Κώο. Τα κείμενα αυτά φαίνεται ότι συγκροτήθηκαν σε ενιαίο σώμα (ή συλλογή) στην Αλεξάνδρεια (γύρω στο 280 προ Χριστού) – και την εποχή αυτή δόθηκαν στα βιβλία της συλλογής οι τίτλοι, με τους οποίους είναι γνωστά μέχρι σήμερα.
Τα έργα (60 περίπου στον αριθμό) της Ιπποκρατικής συλλογής θεωρείται πιθανό, ότι τα περισσότερα από αυτά έχουν γραφεί μεταξύ τετρακόσια είκοσι και τριακόσια πενήντα προ Χριστού. Στην πραγματικότητα, ούτε για ένα από τα έργα αυτά δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα, ότι έχει γραφτεί από τον ίδιο τον Ιπποκράτη. Αντίθετα, είναι μάλλον βέβαιο, ότι δεν έχουν όλα τον ίδιο συγγραφέα. Αρκετές φορές, ένα από αυτά τα κείμενα φαίνεται να αντιμάχεται τις απόψεις που υποστηρίζει ένα άλλο από τα ίδια κείμενα. Για κάποια μάλιστα από αυτά λέγεται ότι απηχούν απόψεις της σχολής της Κνίδου, που θεωρείται, σε κάποιο βαθμό, αντίπαλος της σχολής της Κω.
Τα έργα αυτά αναφέρονται στη δομή και λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, στην πρόκληση των ασθενειών και την περιγραφή της πορείας τους, σε θεραπευτικές μεθόδους, στη χειρουργική, στη γυναικολογία και τη μαιευτική, και τα λοιπά.
Η θεραπευτική της Ιπποκρατικής συλλογής είναι εξειδικευμένη και παίρνει υπόψιν της όλους τους παράγοντες, στους οποίους βασίζεται και η πρόγνωση, δηλαδή την κατάσταση του αρρώστου, ιδιαίτερα την κατάσταση των χυμών, την πορεία της αρρώστιας, τον χρόνο της αρχικής εμφάνισης της, αλλά και των μεταβολών της, την κλιματολογική κατάσταση της περιοχής, τις επιδράσεις των αέρων και των υδάτων, και τα λοιπά.. Η Ιπποκρατική θεραπευτική είναι, κατά κύριο λόγο, διαιτητική, με την ευρύτερη έννοια της λέξης.
Η διατροφή του αρρώστου παίζει σημαντικό ρόλο: οι τροφές που πρέπει να παίρνει – κι αυτές που δεν πρέπει να παίρνει – ο άρρωστος, η ποσότητά τους, ο τρόπος παρασκευής τους, και λοιπά. Αλλά στη διαιτητική θεραπεία δεν περιλαμβάνονται μόνον αυτά που αφορούν στις τροφές. Καθορίζονται ακόμα το ποσό και το είδος της κίνησης ή της άσκησης, λουτρά και πλύσεις, ενδεχόμενη αλλαγή κλίματος και τρόπου ζωής, και άλλα. Ανάλογες οδηγίες δίνονται και στους υγιείς για να διατηρήσουν την υγεία τους.
Τα φάρμακα, που είναι βέβαια κυρίως βότανα, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Αξιοσημείωτα συχνή, μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, είναι η χρήση καθαρτικών και εμετικών φαρμάκων – κάτι που μπορεί να συσχετισθεί με τη θεωρία των χυμών -, μια και τα φάρμακα αυτά μπορούν να διώξουν από τον οργανισμό χυμούς που η υπερβολική παρουσία τους προκαλεί αρρώστιες. Στα ίδια πλαίσια μπορεί να τοποθετηθεί και η εφαρμογή, ως θεραπευτικής μεθόδου, της αφαίμαξης.
Με βάση την αντίληψη για τη “θεραπευτική δύναμη της φύσης”, η Ιπποκρατική θεραπευτική χαρακτηρίζεται συχνά από στάση αναμονής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για χορήγηση φαρμάκων ή για αφαιμάξεις. Αναμένει δηλαδή ο ιατρός την κατάλληλη χρονική στιγμή στην πορεία της αρρώστιας ή σε σχέση με σημεία από το περιβάλλον, όπως το είδος των ανέμων ή άλλα καιρικά φαινόμενα.
Η στάση αυτή κατηγορήθηκε από μεταγενέστερους ιατρούς ως «μελέτη θανάτου», είναι όμως μια στάση που, μαζί με την έμφαση στη διαιτητική θεραπεία, αναβίωνε κάθε τόσο στην ιστορία της ιατρικής – ιδιαίτερα όταν κάποιοι γιατροί έβρισκαν λόγους να αμφιβάλουν σοβαρά για την αξία των μεθόδων θεραπείας που επικρατούσαν στην εποχή τους.
Μετά τον Ιπποκράτη και μετά την εποχή της συγγραφής των Ιπποκρατικών κειμένων, η Ελληνική ιατρική χαρακτηρίζεται από τη διαδοχική εμφάνιση διαφόρων «σχολών». Εμφανίζονται δηλαδή ομάδες ιατρών που υποστηρίζουν διαφορετικές, κάθε φορά, απόψεις για τη φύση του ανθρώπου, για την αρρώστια και για τους τρόπους θεραπείας. Οι κυριότερες από αυτές τις σχολές είναι οι εξής:
Οι Δογματικοί.
Έτσι ονομάστηκαν οι ιατροί που υποστήριζαν ή θεωρούνταν ότι ακολουθούν πιστά τις διδασκαλίες του Ιπποκράτη. Χαρακτηριστικό τους είναι η στενή τους σχέση με τη φιλοσοφία και οι προσπάθειές τους για θεωρητική – φιλοσοφική θεμελίωση της Ιπποκρατικής ιατρικής.
Σημαντικότεροι από τους γιατρούς που μπορούν να περιληφθούν σ’ αυτό το χώρο θεωρούνται ο Διοκλής και ο Πραξαγόρας. Ο Διοκλής ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Έδινε ιδιαίτερη σημασία στην υγιεινή και τα βιβλία του περιλαμβάνουν λεπτομερείς οδηγίες για τη διατροφή και τον τρόπο ζωής με σκοπό τη διατήρηση της υγείας και την προφύλαξη από αρρώστιες. Παρόμοιες ήταν και οι αντιλήψεις του Πραξαγόρα, ο οποίος έζησε γύρω στο 340 προ Χριστού, και είναι ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά το σφυγμό και τη σημασία του στην ιατρική πρακτική.
Ο Ηρόφιλος και ο Ερασίστρατος.
Ο Ηρόφιλος (γύρω στα 300 προ Χριστού) και ο Ερασίστρατος (περίπου το 330 με 250 προ Χριστού), που έδρασαν την ίδια περίπου εποχή στην Αλεξάνδρεια, αναφέρονται σήμερα στα βιβλία ιστορίας της ιατρικής κυρίως για τις ανατομικές τους μελέτες. Με αυτούς αρχίζει πραγματικά να αναπτύσσεται η Ελληνική ανατομία. Περιέγραψαν, για πρώτη φορά, με αρκετή ακρίβεια διάφορα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος (οφθαλμό, εγκέφαλο, καρδιά, αρτηρίες, και λοιπά) και έδωσαν ονόματα σε μέρη τους.
Ο Ηρόφιλος εξακολουθεί να δέχεται, σε σημαντικό βαθμό, τις Ιποκρατικές θεωρίες για τους τέσσερες χυμούς. Χρησιμοποιεί όμως τις αφαιμάξεις και τα φάρμακα σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, σε σύγκριση με την Ιπποκρατική ιατρική. Ο Ερασίστρατος διαρρηγνύει εντελώς τους δεσμούς του με την Ιπποκρατική παράδοση. Για τον Ερασίστρατο τον κύριο ρόλο για τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού και για την εμφάνιση ασθενειών παίζουν τα στερεά μέρη του. ‘
Οι Εμπειριστές.
Οι ιατροί αυτής της σχολής δεν τρέφουν εκτίμηση για τη φιλοσοφία και τις θεωρίες – αποτελούν, θα λέγαμε, τον αντίποδα των δογματικών. Ως βάση της ιατρικής θεωρούν την εμπειρία που αποκτάει ο ιατρός παρακολουθώντας την πορεία της αρρώστιας και τα αποτελέσματα της θεραπείας. Έτσι περιγράφουν και καταγράφουν περιπτώσεις αρρώστων και τα αποτελέσματα των φαρμάκων που δοκιμάζουν σε αυτούς. Αντίθετα, δεν τους ενδιαφέρει η ανατομία, καθώς επικεντρώνεται στο νεκρό σώμα και όχι στο ζωντανό άρρωστο. Η σχολή αυτή αποκτάει επιρροή από το 200 προ Χριστού περίπου και σημαντικότερος εκπρόσωπός της θεωρείται ο Ηρακλείδης.
Οι Μεθοδικοί.
Η σχολή αυτή αναπτύχθηκε από Έλληνες ιατρούς στη Ρώμη. Ήδη από τον 3ο προ Χριστού αιώνα αρχίζουν να πηγαίνουν και να εγκαθίστανται Έλληνες ιατροί στη Ρώμη, εκεί όπου υπήρχε πλούτος και άρχοντες που αναζητούσαν καλούς γιατρούς. Ο πρώτος που αποκτάει μεγάλη φήμη εκεί είναι ο Ασκληπιάδης από την Προύσσα της Μικράς. Ασίας, ο οποίος γεννήθηκε το 124 προ Χριστού. Ο Ασκληπιάδης φαίνεται να είχε επηρεασθεί από τον Ερασίστρατο. Είχε μηχανιστικές αντιλήψεις για τον ανθρώπινο οργανισμό, στις οποίες ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα άτομα, με την έννοια που έδινε σ’ αυτά ο Δημόκριτος. Στον οργανισμό υπάρχουν πόροι ή «σωλήνες», μέσα στους οποίους κυκλοφορούν τα άτομα. Όταν οι πόροι είναι στενοί σχετικά με το μέγεθος των ατόμων, τα άτομα δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν κανονικά. Στην αντίθετη περίπτωση, τα άτομα μπορεί να κυκλοφορούν υπερβολικά γρήγορα και να παρατηρείται αυξημένη «ρευστότητα» στον οργανισμό. Και οι δύο αυτές αντίθετες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση ασθενειών.
Για τους μεθοδικούς, όλες οι αρρώστιες είναι, με έναν απλουστευτικό τρόπο, αποτέλεσμα της συστολής ή της διαστολής των πόρων. Δεν ενδιαφέρονταν για την ανατομία και τη φυσιολογία. Την κατάσταση των πόρων την διαπίστωναν από τα συμπτώματα που εμφάνιζε ο άρρωστος. Η θεραπευτική τους έδινε το κύριο βάρος σε φυσικά μέσα και υγιεινοδιαιτητική αγωγή, δηλαδή ρύθμιση της τροφής, λουτρά, μαλάξεις, γυμναστική, και τα λοιπά. Ήταν δηλαδή μια θεραπευτική που δεν βρισκόταν μακριά από τις Ιπποκρατικές αρχές, παρόλο που εδώ η θεωρητική βάση είναι εντελώς διαφορετική.
Οι Πνευματικοί.
Το πνεύμα είναι μια έννοια που τη συναντάμε συχνά στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία ήδη από την εποχή των Προσωκρατικών. Το πνεύμα συγγενεύει με τον αέρα ή είναι κάτι που βρίσκεται μέσα στον αέρα και έχει, θα μπορούσαμε να πούμε, ζωοποιητικές ιδιότητες ή ιδιότητες ζωογόνησης των σωματικών και ψυχικών λειτουργιών. Με άλλα λόγια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το πνεύμα είναι ένα είδος λεπτότερης και ανώτερης ύλης.
Οι «πνευματικοί» ιατροί, που είχαν επηρεασθεί σημαντικά από τους Στωικούς, θεωρούσαν ότι το πνεύμα παίζει κυριαρχικό ρόλο στις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, από το επίπεδο της αδρής σωματικής συγκρότησης μέχρι και τις ψυχικές λειτουργίες, και ότι διάφορες διαταραχές του είναι αυτές που προκαλούν τις διάφορες αρρώστιες. Με τον τρόπο αυτό μπορούσε να δομηθεί μια συγκροτημένη θεωρία της ιατρικής, στην οποία μπορούσαν να ενσωματωθούν γνώσεις και αντιλήψεις που προέρχονταν και από άλλες σχολές. Έτσι οι πνευματικοί ιατροί μπορούσαν να χρησιμοποιούν μεθόδους υγιεινοδιαιτητικής αγωγής, αφού το πνεύμα είναι κάτι που υπάρχει παντού, επομένως υπάρχει και στις τροφές. Το πνεύμα όμως υπάρχει και στο περιβάλλον, όπου συμμετέχει σε όλα τα φαινόμενα. Έτσι η έκθεση του ανθρώπου στον ήλιο, τον αέρα και λοιπά, σημαίνει έκθεσή του σε διάφορες μορφές πνεύματος. Τα φάρμακα πάλι, κατά τους πνευματικούς, ασκούσαν τη δράση τους επηρεάζοντας το πνεύμα του ανθρώπινου οργανισμού. Αφού το πνεύμα υπάρχει σε όλα τα πράγματα και επενεργεί σε όλες τις λειτουργίες και σε όλες τις θεραπευτικές πράξεις, οι πνευματικοί μπορούσαν να ενσωματώνουν θεραπευτικές αντιλήψεις που προέρχονταν από διαφορετικά ιατρικά συστήματα. Έτσι προετοίμαζαν, κατά κάποια έννοια, το δρόμο για τους εκλεκτικούς.
Οι Εκλεκτικοί.
Αυτοί που ονομάσθηκαν εκλεκτικοί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ενιαία σχολή, γιατί δεν ακολουθούν συγκεκριμένο σύστημα ή συγκεκριμένη μέθοδο. Αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι ότι παίρνουν, ως προς τις θεωρητικές βάσεις και ως προς τις θεραπευτικές προσεγγίσεις, στοιχεία από διάφορες σχολές – αυτά που θεωρούν περισσότερο αποδεκτά ή περισσότερο χρήσιμα. Στους εκλεκτικούς μπορεί να περιληφθεί και ο Γαληνός – αυτός που θεωρείται γενικά ως ο δεύτερος, μετά τον Ιπποκράτη, μεγάλος ιατρός της αρχαίας Ελλάδας
Μια σημαντική μορφή της περιόδου αυτής είναι ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης. Ήταν Έλληνας από την περιοχή της Ταρσού της Κιλικίας, έζησε το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μετά Χριστού, και υπηρέτησε ως χειρουργός στο στρατό του Νέρωνα και του Βεσπασιανού. Στο βιβλίο του «περί ύλης ιατρικής» περιγράφονται 950 περίπου φάρμακα, από τα οποία τα 600 είναι φυτικά, ενώ τα υπόλοιπα ζωικά ή ορυκτά. Ο Διοσκουρίδης δίνει οδηγίες για την αναγνώριση, συλλογή και διατήρηση των φαρμάκων.
Για κάθε φυτό δίνει το όνομα και τα συνώνυμά του, τη βοτανική περιγραφή του, τις θεραπευτικές του ιδιότητες και οδηγίες για την παρασκευή των φαρμάκων. Αξιοσημείωτο είναι ότι περιλαμβάνει και «εξωτικά» φυτά, δηλαδή φυτά που προέρχονται από μακρινές χώρες. Για τις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών (και των άλλων φαρμάκων) ο Διοσκουρίδης δεν παραπέμπει σε κάποιο θεωρητικό σχήμα και η προσέγγισή του θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εμπειρική. Είναι μάλλον βέβαιο ότι το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει και συστηματοποιεί γνώσεις που έρχονται από πολύ παλαιότερα, ακόμα και πριν από τα Ιπποκρατικά κείμενα, μαζί με άλλες νεότερες, στις οποίες ο συγγραφέας δίνει τη δική του έκφραση. Στην πραγματικότητα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, σε αρκετά μεγάλη έκταση, μια συνέχεια ανάμεσα στις γνώσεις και στα κείμενα που αφορούν σε φάρμακα και φαρμακευτικές θεραπείες, είτε αυτά είναι παλαιότερα, είτε μεταγενέστερα του Διοσκουρίδη.
Το βιβλίο του Διοσκουρίδη μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο διασωζόμενο σύγγραμμα φαρμακολογίας. Μετά τη μετάφρασή του στα Λατινικά έγινε, στη Δύση, το κλασσικό σύγγραμμα αναφορικά με τα φάρμακα για πολλούς επόμενους αιώνες. Απετέλεσε ακόμα κύρια πηγή για ιατρικά συγγράμματα, για τα βοτανολόγια της Αναγέννησης και, αργότερα, για τις φαρμακοποιίες.
Ο Γαληνός γεννήθηκε στην Πέργαμο της Μικράς Ασίας, το 130 προ Χριστού. Σπούδασε στην Πέργαμο, στη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια ιατρική, φιλοσοφία και ρητορική. Άσκησε την ιατρική, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στη Ρώμη και ήταν προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου, καθώς και άλλων αυτοκρατόρων.
Ο Γαληνός δέχεται ότι κύρια πηγή του αποτελεί ο Ιπποκράτης, τον οποίο θεωρεί δάσκαλό του και τον εαυτό του συνεχιστή του έργου του Ιπποκράτη. Άλλωστε αρκετά έργα του είναι, στην πραγματικότητα, σχόλια πάνω σε Ιπποκρατικά έργα. Ο Γαληνός συστηματοποίησε τις θεωρίες των τεσσάρων χυμών και των τεσσάρων ποιοτήτων. Οι θεωρίες αυτές αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, τον πυρήνα του θεωρητικού οικοδομήματος του Γαληνού. Το θεωρητικό αυτό οικοδόμημα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τη Ιπποκρατική συλλογή, παρουσιάζεται εξαιρετικά συγκροτημένο και επεξεργασμένο. Ο Γαληνός θέλει, η ιατρική του να έχει στέρεες φιλοσοφικές βάσεις, να έχει λογική δομή, να μην περιέχει αντιφάσεις Η σαφήνεια και η λογική συγκρότηση των έργων του Γαληνού είναι ασφαλώς ένας από τους λόγους που έκαναν να έχει τόσο μεγάλη απήχηση στους μεταγενέστερους.
ΠΗΓΕΣ:
www.asklepieio.gr
ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
