Η Ελληνική πόλη κράτος μεταξύ των άλλων διευκολύνσεων που παρείχε στους πολίτες συμπεριλαμβάνονταν και η δωρεάν παροχή ιατρικής περίθαλψης. Δημόσιοι γιατροί αμείβονταν από τους κυβερνώντες της πόλεως συνήθως σε ετήσια βάση με σκοπό να προσφέρουν τις απαιτούμενες ιατρικές υπηρεσίες στους κατά περίπτωση ασθενείς δημότες .
Η παροχή της δημόσιας ιατρικής πρόνοιας θεωρούνταν ως κάτι δεδομένο για τους νομοθέτες. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο πως οφείλεται στο νομοθετικό έργο του Σόλωνα, γεγονός που συνηγορεί στην αρχαιότερη θέσπιση του θεσμού. Οι γιατροί αναφέρονται από τον Όμηρο ως ειδική κατηγορία ανθρώπων, ενώ στον Πλάτωνα κατατάσσονται στην πεζή κατηγορία των τεχνιτών
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης διασώζει μία διαταγή του νομοθέτη Χάροντα ο οποίος είχε διατάξει όλοι ανεξαιρέτως οι ιδιώτες να δέχονται τις φροντίδες γιατρού αμειβομένου με δημόσια έξοδα. Για την περίπτωση της Αθήνας των κλασσικών χρόνων έμμεση πληροφόρηση παρέχεται από τα έργα του Αριστοφάνη.
Ο Δικαιόπολης στην κωμωδία του Αριστοφάνη «Αχαρνείς» παροτρύνει τον φτωχό και τυφλό αγρότη να επισκεφτεί τον διάσημο χειρούργο Πίτταλο, ενώ στο έργο «Σφήκες» είναι ο μισολιπόθυμος Λάμαχος που ζητάει έναν δημόσιο χειρουργό. Σχολιαστές αναφέρουν πως ο «δημόσιος χειρούργος» εκλέγονταν με δημόσιες μεθόδους και πρόσφερε ιατρικές υπηρεσίες χωρίς πληρωμή.
Ο ετήσιος μισθός ενός δημόσιου ιατρού στις πόλεις της Κλασσικής Ελλάδος πρέπει να κυμαίνονταν περίπου στις 500 δραχμές, στους επόμενους αιώνες η αμοιβή τους αυξήθηκε σε αστρονομικές. Σε αρκετές περιπτώσεις οι δημόσιοι γιατροί δημιουργούσαν περιουσίες, όπως ο γιατρός των Δελφών Φίλιστος ο οποίος πρόσφερε τον 3ο προ Χριστού αιώνα ως δωρεά στην γενέτειρα του Κω το ποσό των 4.000 δραχμών για την κάλυψη στρατιωτικών δαπανών.
Αρχικά το «Ιατρείον» τους πρέπει να ήταν ένα μικρό δωμάτιο με ιδιωτικό εξοπλισμό, στην εποχή του Γαληνού, τον 2ο μετά Χριστού αιώνα όμως τα απλά δωμάτια είχαν μετατραπεί σε μεγάλα κτήρια εξοπλισμένα από κρατικά κονδύλια. Οι γιατροί, μέχρι την δημιουργία των μεγάλων νοσοκομείων (κυρίως στρατιωτικών) επισκέπτονταν τους ασθενείς στο σπίτι.
Αυτοί που καλούνταν να επιλέξουν ιατρούς στις δημόσιες θέσεις της πόλης τους δεν ήταν άλλοι από τους κατοίκους μέσω άμεσης ψηφοφορίας. Ο υποψήφιος ιατρός δεν είχε παρά να πείσει τους ψηφοφόρους για τα μοναδικά χαρίσματα του και τις εξαιρετικές του ικανότητες.
Αυτό όμως δεν σήμαινε πως ο εκλεγμένος ιατρός θα ήταν και ο πιο άριστος ή καλύτερος από ιδιωτικούς γιατρούς. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι υποψήφιοι γιατροί για τα δημόσια αξιώματα έπρεπε πριν τις εκλογές να δικαιολογήσουν με το καλύτερο τρόπο την υποψηφιότητά τους προκειμένου να εκλεγούν, ενώ σε άλλο σημείο του έργου ο Σωκράτης έχοντας επισημάνει τον ενδεχόμενο κίνδυνο από μία τέτοια υποκειμενική εκλογή υποστηρίζει πως ακόμα και ένας νομικός με την κατάλληλη ομιλία μπορούσε να εκλεγεί στο αξίωμα αυτό.
Οι γιατροί ήταν παρόντες σε όλες τις δημόσιες εκδηλώσεις όπως σε γιορτές και κυρίως σε αθλητικούς αγώνες, ώστε να μπορούν άμεσα να περιθάλψουν αποχωρούντες με τραυματισμό αθλητές.
Επίσης, οι δημόσιοι γιατροί είχαν ειδικά καθήκοντα όπως την ιατρική επίβλεψη των ομάδων των «Εφήβων» κατά την περίοδο της στρατιωτικής τους εκπαιδεύσεως και θητείας. Αναφορικά με την σημασία των στρατιωτικών γιατρών οι Έλληνες ήδη από την Ομηρική εποχή είχαν αντιληφθεί τις αναντικατάστατες υπηρεσίες τους και για τον λόγο αυτό τους είχαν απαλλάξει από καθημερινές αγγαρείες και πολεμικές συγκρούσεις ώστε να αφοσιωθούν στο έργο της αποκατάστασης.
Οι γιατροί τόσο οι δημόσιοι όσο και οι ιδιωτικοί ήταν οργανωμένοι σε συλλόγους γύρω από την λατρεία του Ασκληπιού. Στην Αθήνα το ιερό του Ασκληπιού βρίσκονταν στην νότια πλευρά της Ακρόπολης.
Πολλοί είναι οι γιατροί που στα πλαίσια του επαγγέλματος τους δεν δίστασαν να ταξιδέψουν σε όλα τα μήκη και πλάτη του Ελληνικού κόσμου προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, αρκετές φορές μάλιστα κάτω από αντίξοες συνθήκες στις οποίες ανταποκρίθηκαν με αξιοζήλευτο πνεύμα αυταπάρνησης.
Ο ιατρός Δαμιάδας από την Σπάρτη, υπηρέτησε μετά από ψηφοφορία ως δημόσιος γιατρός στην πόλη του Γυθείου για δύο έτη επιδεικνύοντας αταλάντευτη προσωπική και επαγγελματική συμπεριφορά. Όταν η πόλη του Γυθείου λόγω κακής κατάστασης των οικονομικών της δεν μπορούσε να συγκεντρώσει την απαιτούμενη ετήσια μισθοδοσία, ο Δαμιάδας αρνήθηκε να πληρωθεί για τον έτος αυτό. Για αυτήν την αυτοθυσία του η πόλη τον τίμησε με τους τίτλους του «Πρόξενου» και του «ευεργέτη».
Πολλά ανάλογα παραδείγματα ανιδιοτέλειας και προσφοράς υπάρχουν στην ελληνική αρχαιότητα, όπως του Μενόκριτου τoυ Σάμιου, του Μητρόδωρου, του Απολλώνιου του Μιλήσιου, του Ερμεία, και άλλων.
Οι Έλληνες γιατροί λόγω του πνεύματος ανιδιοτέλειας και της υψηλής αίσθησης καθήκοντος πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε όσους τις χρειάζονταν, βοηθούσαν ανεξαιρέτως όλες τις κοινωνικές και οικονομικές κατηγορίες ανθρώπων. Οι σκλάβοι ήταν ενταγμένοι και αυτοί στο πρόγραμμα ιατρικής βοήθειας. Για αυτούς το αφεντικό τους έπρεπε να πληρώσει έναν ειδικό φόρο, «τα ιατρικά». Η δράση των αρχαίων Ελλήνων ιατρών επίσης ξεπερνούσε την ανθρώπινη φυλή και επεκτείνονταν και στα ζώα, κυρίως τα οικόσιτα.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο γιατρός μπορούσε να δράσει κατά βούληση μονάχα μετά το πέρας τριών ημερών αγωγής σύμφωνης με τις υπάρχουσες γραπτές οδηγίες. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα αν η αγωγή δεν είχε φέρει κανένα ορατό αποτέλεσμα μπορούσε να ακολουθήσει την δική του προσωπική θεραπεία.
Στην Αίγυπτο των Πτολεμαίων, ο υπουργός που είχε επωμιστεί την ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας δημόσιας υγείας έφερε το τίτλο ο «επί των ιατρών».
ΠΗΓΕΣ:
www.asklepieio.gr
ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
